Κρήσσες Διηγήσεις: «Αγιοκαβγάδες» (23η)

από Ματθαίος Ι. Τσιριμονάκης

Τον παλιό καιρό ήτονε ένας φραγκόπαπας και μια Kαθολικιά γυναίκα, που πήγαινε ταχτικά στο μοναστήρι.

Έστεκε ομπρός στην εικόνα τ’ Άϊ Σπυρίδωνα, έκανε το σταυρό τζη κι επροσκύνα.

Τούτονα τρείς χρόνους σωστούς [1]κάθε μέρα,καθημερινή και σκόλη.

Παραξενεύετ’ ο παπάς, απού θώριε, την όμορφη γυναίκα με τόση πίστη.

Παρακατσεύει[2] ν’ ακούσει ίντα θα λέει στην προσευκή τζη η γυναίκα, μα δεν πήρε τ’ αφτί του πράμα.

Ρωτά τηνε, μα δεν έμαθε περισσότερο.

Πάει, χώνεται οπίσω απού την εικόνα και σαν επήγε η γυναίκα να προσκυνήσει, τση κάνει:

« Ευλογημένη Χρισιανή, η δέηση σου εισακούστει και τα κρίματα σου συγχωρεθήκανε. Είμαι ο Άγιος Σπυρίδωνας και το βράδυ θα -ν-έρθω στο σπίτι σου, για να μου ζητήξεις ό,τι πράμα θέλεις. Πρέπει εκείνηνα την ώρα να ’σαι μοναχή σου, τότε μόνο θάσαι σωσμένη!»

« Προσκυνώ σε, Άγιε μου και μετά χαράς να κοπιάσεις στο φτωχικό μου!»

Γκάει[3]. Εκείνη, γλακά, πάει στο σπίτι τζη. Ανάπιασε κι εσυγύρισε όπως εμπόριε. Άψε κεριά, έβαλε στο γαστρί[4] κάρβουνα και λιβάνι,τό ’θεκε στο τραπέζι. Άρχιξε να προσεύχεται,να κάνει το σταυρό τζη κι αλίμενε[5] να παρουσιασθεί ο Άγιος.

Θωρεί τηνε ο άντρας τση και τι ρωτά ίντα κάνει.

« Άντρα μου, πολύ περικαλώ σε, γκάψε απόψε απού το σπίτι!»

« Άλλο και δεν ήτονε,[6]παρά να βγω κι απού το σπίτι μου. Λώμπης[7], κακομοίρα μου εκουζουλάθηκες;»

« Άντρα μου, στα γόνατα σου πέφτω και σε θερμοπαρακαλώ,γκάψε!»

« Μα γιάντα μαθώς;»

« Θα -ν- έρθει ένας απόψε, μα δεν μπορώ να σου πω!»

« Μα θα πεις, αλλιώς δεν γκάβω!»

« Μα μου ’πε να μην το πω!»

« Είσ’ ετσιδά; Διάλε πάρε με και δε θα σε σφάξω!»

Σαν είδε πως δεν έγκαβε αλλιώς, του κάνει:

« Ο Αϊ Σπυρίδωνας θα -ν- έρθει κι είπε μου να μην είναι άλλος κιαείς στο σπίτι!»

Ίντα να κάμει κι ο άντρας γκάει…

Μιας κοπανιάς γροικά η γυναίκα χτύπους στην πόρτα.

« Ποιός είναι;»

« Εγω, ο Άγιος Σπυρίδος!»

Παίρν’ η καλή σου το θυμιατό, εθύμιαζε κ’ εχυνοβόλα[8]τη σκάλα, ν’ ανοίξει του Αγίου.

« Προσκυνώ σε, Άγιε μου, προσκυνώ σε! Δεν ήμουνε άξια να ’ρθεις στο σπίτι μου, μα μεγάλη η χάρη σου και το έλεος σου!»

Μπαίνει ο παπάς, χωρίς να τονε γνωρίσει και πάει ντρέτα[9] στην κρεβατοκάμερα.

Ο άντρας τζη επαρακάτσευε απού τ’ αντικρυνό σπίτι. Σαν είδε τον παπά, τον εγνώρισε. Πάει και χτυπά την πόρτα του σπιθιού ντου.

« Ποιός είναι;»

« Ο Άγιος Πέτρος!»

Η γυναίκα χυνοβολά, παίρνει το θυμιατό, αφήνει τον Άγιο Σπυρίδο και κατεβαίνει ν’ ανοίξει τ’ Αγίου Πέτρου.

« Προσκυνώ τη χάρη σου Άγιε Πέτρε μου, όρισε, μ’ απάνω ’ναι κι ο Άγιος Σπυρίδος!»

Βγαίνει τη σκάλα και θωρει τον παπά να πολεμά[10] να φύγει απού το παραθύρι.

« Άγιε Σπυρίδο πώς έφυγες απού τον Παράδεισο, που έγω έχω τα κλειδιά του;»

Ο παπάς μιλιά. Βγάνει ο σύζυγος το κλειδί του Παραδείσου,που ’τανε και μεγάλο, αρχίζει τονε στην κεφαλή. Μέχρι να βρει, ο κακαποδομένος[11], τη σκάλα να ξεπορτίσει, του την είχε κάνει κομμάτια.Τονε κυνήγα και στο δρόμο.

Κάνει η γυναίκα το σταυρό τζη.

« Να μαλώνουνε κι οι γι άγιοι;;; «

Σβύνει τα κεριά και τα θυμιατά, πάει να θέσει, όντες γροικά χτύπους στην πόρτα. Προβαίνει να δει ποιός είναι και θωρεί τον άντρα τζη. Είχε βγάλει τα ρούχα τ’ Αγίου.

« Ώφου, άντρα μου, ίντα να σου λέω, απού ΄ρθανε ο Άϊ Σπυρίδος κι ο Άϊ Πέτρος κι εμαλώνανε στο σπίτι μας μέσα!»


[1] Ολόκληρους.

[2] Παραμονεύει.

[3] Φεύγει.

[4] Θυμιατό.

[5] Περίμενε.

[6] Άλλο και αυτό.

[7] Μήπως.

[8] Κατέβαινε τρέχοντας.

[9] Κάτ’ευθεία.

[10] Προσπαθεί.

[11] Δύστυχος.