Κρήσσες Διηγήσεις: «Η σμίνερα και το καζάνι» (8η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια φορά σ’ένα χωριό ήτονε ένας καλόγερος. Ότι νά ’θελε να πει κιανέν’ αστείο να γελάσει τσοι συγχωριανούς του, εντουσουντίζουντονε[1] να βρει ένα μεγάλο ψώμα. Τα ψώματα τα ντου δεν πειράζανε.

Μιαν αργαδυνή, εκαούντονε[2] στην αποσπερίδα και εκειά απού κουβεδιάζανε για τσι δουλειές τωνε και για τα βάσανα τωνε λέει:

«Εγω σήμερο κατέβηκα στο γυαλό και θωρώ μια σμίνερα. Επέρνα κι επέρνα και η κεφαλή τζη θα ν’ έφταξε ως την Αγιά Γαλήνη, η γι ορά τση ήτονε στο γυαλό επαέ (Πλακιά)!»

Με το τέμπος,[3] απού τάλεγε τον επιστέψανε οι γι άλλοι. Μόνο ένας κοσμογυρισμένος άθρωπος, κωλοπετσωμένος απού λένε, χωρίς να πει πράμα για τη πατσώνα[4] του καλογέρου γυρίζει και λέει:

«Στην Αμέρικα είδα μια φορά κι εγώ και εσιάζανε[5] ένα καζάνι. Μα ίντα καζάνι, όχι σαν τα δικά μας που τυροκομούμε. Σαν απού δουλεύανε σαρανταπέντε αθρώποι. Μέσα όντεν το σιάζανε, ο ένας απού τον άλλο ήτονε τόσονα αλάργο απού δεν εγροίκα ο γείς τον άλλο όντεν εμιλούσανε!»

Τον επιστέψανε οι γι άλλοι κι ο καλόγερος απού γυρίζει και του κάνει:

«Ίντα το κάνανε τόσονα μεγάλο λαβέτζι[6];»

«Το σάζανε για να ψήσουνε τη σμίνερα απού ‘δες σήμερο!»


[1] Σκεφτόταν.

[2] Καθότανε.

[3] Τρόπο.

[4] Ψευτιά.

[5] Κατασκεύαζαν.

[6] Δοχείο.