Κρήσσες Διηγήσεις: Με το ίδιο νόμισμα (4η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια βολά ήτονε κιαείς [1]πατέρας κι είχε ένα γιο, που ήτανε αγιογδύτης και δεν του ’χε καθόλου σέβας[2].

Ήρθε ο καιρός να παντρευτεί και να καλιμεντευτεί[3].

Ο γέρος, σαν ούλους τσ’ άλλους, του ’δωκε την ευκήν του. Εχάντα[4] πως η γυναίκα του θα τόνε βάλει στου θεού τη στράτα.

Οντίμως[5] πρέπει πως η γυναίκα του ελάλιε [6]του διαόλου. Αντί να συβουλέψει τον άντρα τζη να σέβεται τον πατέρα του, του ’κοψε και το φαϊ.

Ο γέρος, ο κακοροίμαλος[7], εθώριε την αγνωμοσύνη του γυιού του μα δεν εμίλιε.

Παιδίωσανε [8]δε κι αυτοί και τα κοπέλια των εμεγαλώσανε.

Μιαν αργαδυνή[9],ένα χειμώνα, ο γέρος εψυχωμάχιε σ’ ένα καντούνι[10]. Εργούσαι[11], ψοφούσαι και φώνιαζε να του πάνε πράμα σκέπασμα. Ο γιος του λέει του γυιού του:

«Άμε, μωρέ, του Λάλο[12] σου το παλιοκάποτο απού ’ναι πεταμένο όξω!»

Σαν το ’φερε, ήτονε μεσοχωρισμένο σε δυο κομμάθια. Λέει το μιτσό [13]του πατέρα του:

«Πατέρα! Να δώσω του Λάλο το μισό και να φυλάξω τ’ άλλο μισό για σένα ότι να γεράσεις;»

«Ετσά ’ναι παιδί μου; Το ίδιο, τάξε, θα πάθω κι εγώ; Άσου να προστατέψω τον πατέρα μου εδά στα τελευταίαν του μπάρε [14]μου. «

Κι από τότε ό,τι ήθελε ο γεροντής μετά μεγάλη ευχαριστίας ο γιός του….


[1] Κάποιος.

[2] Σεβασμό.

[3] Προκόψει.

[4] Νόμιζε.

[5] Όμως.

[6] Βάδιζε.

[7] Κακόμοιρος.

[8] Κάνανε παιδιά.

[9] Βραδιά.

[10] Γωνιά

[11] Κρύωνε.

[12] Παππούς.

[13] Μικρό.

[14] Τουλάχιστον