Κρήσσες Διηγήσεις: O Άγουρος (2η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια βολά, μιας γρας απόθανε, τση κακομοίρας,ο γέρος τση. Κλαίει το γέρο τζη δυo τρεις μέρες, μια βδομάδα, δυο βδομάδες και σταματημό δεν είχανε τα δάκρυα τζη. Μιας κοπανιάς αποκοτούνε [1]τα κοπέλια τζη, είχε δυο του παντρεμάτου, να τη ρωτήξουνε γιάντα κλαίει και δεν αρνεύει[2].

« Δε μπορώ, παιδιά μου,δεν μ’ ακούει[3]

« Να πάμε στου γιατρού;»

« Ώσκες, γεραθειά ’ναι και ίντα θα μου πει κι ο γιατρός; Άστε με να πάω να βρω τον πατέρα σας.»

Η γρα ’ξακολούθιε τα ίδια, δεν επολιότρωε κι έκλαιγε.Τα κoπέλια, ως μάναν τώνε, τη ρωτήξανε ίντα ’ει κι ίντα θέλει.

« Ίντα θέλεις μάνα να σου το φέρομε να μη σε θωρούμε σ’ ευτό το χάλι; Πες μας το!»

Έτσι αποφάσισε η γρα να το πει.

« Θέλω το Μανωλιό το γεροντοπαλλήκαρο!»

Ντουσουντίζονται[4] τα κοπέλια πολλώ λογιώ. Νάναι τση μάνας τώνε ο πόδας στο λάκο τζη κι ευτή να λαγονεύει[5] παντρειά. Πώς να τση το πούνε και πώς να μη τζη το πούνε. Σκέφτουντε να της πούνε πως το ’πανε στο Μανωλιό κι είπε πως άνε μπορεί να ξεματίζει κουκιά στο φεγγάρι θα τήνε πάρει.

« Κατέεις μανί[6], ανέ βγεις στον ανηφορά [7]να ξεματίσεις τούτηνε τη σακούλα με τα κουκιά στο φεγγάρι θα σε πάρει ο Μανωλιός.»

Ήτονε Γενάρης κι είχε χιονισμένα, μα η γρα άφηκε τα γρινιάσματα και βγαίνει στο δώμα. Όσοι την είδανε και την περιπαίζανε των ήλεγε:

« Απόψε με τα τούρτουρα κι αύριο με τον Άγουρο[8]

Κι οντίμως[9] ως ταϋτέρου [10]η γρά εκοκάλιασε απού το κρύο και μούτε ο Μανωλάκης τση χρειάστηκε μήτε ο άγουρος.


[1] Τολμούν.

[2] Ηρεμεί.

[3] Είμαι άρρωστη(Δεν μ’ ακούει).

[4] Αναστατώνονται.

[5] Γυρεύει.

[6] μάνα

[7] Καμινάδα, φεγγίτης.

[8] Νεαρός.

[9] πράγματι

[10] Επομένη.