Κρήσσες Διηγήσεις: Ό,τι δηλώσεις (3η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια βολά, ο μπάρμπα Παναγιώτης, εγιάερνε αργά αργά στο μιτάτο[1], να καθαρίσει πατάτες για να τσι ψήσει. Όντε τσι καθάριζε επέρνα ο γέρο Νικολής.

«Έλα συμπέθερε να μ’ αηδάρεις[2] να καθαρίσομε τσι πατάτες να τσι φάμε!»

«Όϊ εγώ έχω φαϊ και δεν θέλω!»

Καθαρίζει ο Παναγιώτης τσι πατάτες. Τωνε βάνει πολλές ντομάτες, λαδάκι, κρομμύδι και πιπέρι. Τσι τζιγαρίζει καλά-καλά, που εμοσκοβολούσανε.

Όντε τσι ’ψηνε, να σου τον καλόν σου το γερο-Νικολή κι έρχεται.

Κατεβάζει το φαϊ ο μπάρμπα Παναγιώτης. Σαν κατασταίνει στο τσικάλι, βάνει και έτρωε. Μουδέ τεκλήφι[3] δεν έκαμε. Σαν είδε δα ο γερο-Νικολής πως δεν του ’καμε τεκλήφι, σιμώνει αμοναχός του.

«Που πάεις;»

«Να φάω, μπρέ Παναγιώτη, μια πατάτα και στη καρδιά μου μπήκε η μυρωδιά ντωνε! «

«Όι διάλε την μπουκιά απού θα φάεις! Για δε δήλωσες πως δε θέλεις;»

«Μα έεις πολλές ψημένες, κι ίντα ’α τσι ’καμεις;»

«Θα φάει κι ο σκύλος μου».

Δεν άφησε το γερο-Νικολή να φάει μηδέ μπουκιά.


[1] Μικρό κτίσμα για τον βοσκό

[2] βοηθήσεις

[3] πρόταση