Κρήσσες Διηγήσεις: «Ουρά του Διαόλου» (16η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Όντεν έπλασε ο θεός τον Αδαμ, εσκέφτηκε να πλάσει και μια γυναίκα. Mπέμπει, το λοιπός τον Άγγελο του να πάει να βγάλει, απού τον Αδαμ, ένα πλευρό να του το φέρει να πλάσει μ’ αυτό τη γυναίκα.

Στη στράτα συναπαντά τον Σεϊτάνη που του λέει:

«Ίντα βαστάς;»

«Ενα πλευρό του Αδαμ, να το παω του Κυρίου να πλάσει τη γυναίκα!»

«Για να δώ.»

Γελά τονε και δούδει τουτο. Αρπά το ο Διάολος, γλακά και βουτά σε μιαν τρύπα. Ζυγώνει ο Άγγελος του θεού τον τρισκατάρατο, μα που να τονε πιάσει.

Οντέμης η τρύπα ήτονε ακρομιτσή[1], του αναθεματισμένου κι εξεβάτζερνε[2] η -γι-ορά του. Πιάνει τονε απού την ορά και του τήνε ξεφλουμπίζει[3].

Πάει και παρουσιάζεται στον Κύριο, απού δεν μανίζει [4]παρά την παίρνει κι απού ’φτη έπλασε την Ευα.


[1] Πολύ μικρή.

[2] Περίσσευε.

[3] Αποκολλά.

[4] Θυμώνει.