Κρήσσες Διηγήσεις: «Παραβολικά» (18η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη.

Μια φορά κι ένα καιρό ήτονε ένα αντρόυνο,άτεκνοι. Εζιούσανε σαν το ψάρι στο γυαλό.

Μια βολά έτυχε να πάει ο γέρος στη χώρα. Όντεν έγκαβε[1], θυμήθηκε ένα τετάρτι [2]κρέας απού ’χε αγορασμένο κι εκρεμούντονε στο στύλο. Λέει το λοιπώς στη γυναίκα του:

«Φοβέρισε, μπρε, λιγάκι το κρέας να μη βρωμέσει ώστε να γαϊρω!»

«Καλά!»,λέει αυτή.

Πιάνει η καλή σου, σαν έγκαψε ο γεροντής, βάνει το καπότο του ξανάστροφα[3], πιάνει ένα παλιοστέλιαρο [4], σιμώνει στο στύλο απού εκρέμουντονε το κρέας και κάνει:

«Μπαμπούλας να σε φάει…να σε φάει ο μπαμπούλας…νάτονε που ’ρχεται!» .

Είπεν του δε ότι τση ’κοψε η κόκκαν [5]τση και γαέρνει ξέγνοιαστη πως έκαμε τη παραγγελιά τ’ αντρούς τση.

Ταχυάς γαέρνει κι ο γέρος απού τη χώρα κι ως έμπαινε, το κατώφιλιο του σπιθιού του, λέει στη γρα:

« Ίντα ΄καμες,μπρε, το κρέας;»

« Δεν το θωρείς απού κρέμεται; Διάλε τη μπουκιά την έφαγα!»

« Δε σου ΄πα να το φοβερίσεις λιγάκι να μη βρωμέσει;»

« Ως έγκαψες, έβαλα το καπότο σου ξανάστροφα κι εφοβέρισα το καλά-καλά!»

« Εγώ, μπρε μπουνταλού, σου πα να το ψήσεις λιγάκι να μην τ’ αφήσεις να κρέμεται εκειά γιατί θα βρωμέσει.Εσυ επήγες να το φοβερίσεις σα νάτανε κοπέλι!»

« Γιάντα δε μου τόπες ετσά; Εκάτεχα ’γω η κακορίμαλη [6]να ξεπαραλύσω[7] τα παραβολικά[8] σου;»

« Εδά φάτο εσύ…Πάρε το να το πετάξεις τω σκυλώ,να μη γροικώ τη βρώμα μπάρε[9] μου!»


[1] Έφευγε.

[2] Τέταρτο.

[3] Ανάποδα.

[4] Παλαιά λαβη τσεκουριού,τσαπας κλπ.

[5] Κεφαλή.

[6] Κακόμοιρη.

[7] Ερμηνεύσω.

[8] Παραβολές.

[9] Τουλάχιστον