Κρήσσες Διηγήσεις: «Πείσματα» (9η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια φορά ήτονε μια γρα απού πήγαινε κάθε μέρα τσι προβατίνες στ’ αμπέλι και τσι βόσκε. Εβάστα τη ρόκα τση, έκλωθε,τις αμόλερνε[1] και πηγαίνανε όπου θέλανε.

Πιάνει τσι ο γείτονας μια, πιάνει τσι δυό, τρείς στ’ αμπέλι του, ε την τέταρτη, δεν απομονεύτηκε [2]μπλειό [3]παρά πήγε κοντά και φωνιάζει τση γρας:

«Ούλοι διαόλοι να σε πάρουνε, που κάθεσαι γρα σακάτα και βόσκεις τσι προβατίνες σου στ’ αμπέλι μου. Διάλε τσ’ απολυμάρες[4] μου κι έρθω, αδέν πατήσω τον ένα σου πόδα, να σύρω τον άλλο να σε ξεχαχαλίσω[5]…».

Η γρα κλώθει και κάνει πως δε γροικά.

«Μα δε γροικάς μπρε; Να μην εντρέπουμουνε θα ηρχόμουνα να σε κοπανίσω σαν το λινάρι! Γιάε άθρωπος εκειά! Έλα να τσι βγάλεις απού τ’ αμπέλι μου, γιατί μα το ναις θα νέρθω και θα σε αλευροκυλήσω στον πάσπαλο[6]!»

Η γρα είχε στεμένο τ’ αυτί και τα γροικά ούλα. Σαν άκουσε τον τελευταίο λόγο, σαν να τση καλοφάνηκε και εμουρμούριζε:

«Πράμα άκουσα,όξω και να παράκουσα;»

«Έλα γιατι θα -ν-έρθω, μα το δίκαιο θεό, να σε ρίξω κάτω!»

Αρχινά η γρα κι εχτύπα τη ρόκα τζη και τση γρόθους τση.

«Το λες μα δεν το κάνεις!»

Παίρνει κι ο γέρος γείτονας απάνω[7]:

«Ιδέ μωρέ η παλιογρά πεισματικά που κάνει!»

Αναμπουκώνεται[8], φτάνει εκειά που κάουντονε η γρα, αρχινούνε το τραπάληο[9] και μπάνει η γρα απού κάτω…

Σαν εμαϊνάρανε[10] κι εσηκωθήκανε λέει η γρα:

«Κακοντόπαθα[11] κι είν’ οι προβατίνες μου σ’ τ’ αμπέλι σου!»

«Άστσι δε μα δε πειράζει!»


[1] Αφήνε.

[2] Ανέχτηκε.

[3] Πλέον.

[4] Αποθαμένους.

[5] Διαχωρισω.

[6] Σκόνη.

[7]Παίρνει θάρρος

[8] Σηκώσε τα μανίκια.

[9] Ερωτικά παλέματα.

[10] Κουράστηκαν.

[11] Κακό που έπαθα, αλίμονο.