Κρήσσες Διηγήσεις: «To Αλάτσι[1]» (19η)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη

Μια φορά μια παπαδιά είχε πολύ αλάτσι. Επήγαινε ο παπάς κι εμάζωνε κάθε μέρα και το κουβάλιε στο σπίτι. Η παπαδιά, απού την άλλη μπάντα, το μοίραζε με τα δυό τζη χέρια.

Λέει τση ο παπάς:

« Παπαδιά μου μην φκιαρίζεις[2] τ’ αλάτσι, γιατί ’χει κόπο να μαζωχτεί!»

Εκείνη το χαβά τζη. Μια και δυό κατεργάζετ’[3] ο παπάς και τση λέει:

« Παπαδιά μου, ετοιμάσου γιατ’ έχομε στραθιά[4]!»

« Για που με το καλό;»

« Ακλούθα μου και θα δεις!»

Πάει την παπαδιά στην αλυκιά κι έβαλεν τηνε να μαζώνει ούλη την ημέρα αλάτσι.

Έμου[5] η κάψα, έμου η δίψα, έμου τα δαχτύλιαν τσζη εματώσανε να μαζώνει αλάτσι.

Το θεό τζη ν’αρνηθεί η παπαδιά άνεν ξανάδωκε μούτε τση μάνας τση αλάτσι.


[1] Αλάτι.

[2] Σκορπάς.

[3] Σχεδιάζει κρυφα.

[4] Δρόμο.

[5] Από την μιά.