Κρήσσες Διηγήσεις: «Τρίχες και αγίοι» (12η)

Μια βολά εκάουντονε ένας παπάς μ’ ενα χότζα. Εσυζητούσανε κι εμαλώνανε για τσι σκολάδες. Εμείς έομε τσι πλιά πολλές, ήλεγε ο ένας. Όι, εμείς, ήλεγε ο άλλος.

Λέει του ο παπάς:

«Για να μη μαλώνουμε, έρχεσαι να μετρώ εγώ τσι σκολάδες μας και να σου ξεριζώνω μιαν τρίχα απ’ τα γένια σου. Να μετράς κι εσύ τσι δικές σας και να μου ξεριζώνεις μια τρίχα απ τα δικά μου!»

Λογάριαζε πως είναι πλιά οι δικές τους.

«Δέχομαι!»

Αρχινά ο χότζας.

«Έομε τον Αϊ Γιώργη!»

Ξεριζώνει μια τρίχα απού τα γένεια του παπά.

«Αθεόφοβε, δικός μας είναι ο Αί Γιώργης!»

« Μα ’ναι και δικός μας!»

«Εμείς έομε των Αγίω Αναργύρω!»

Λέει ο παπάς και του ξεριζώνει δυό τρίχες.

«Εμείς των τεσσάρω μαρτύρω!»

Λέει ο χότζας και ξεριζώνει τέσσερις τρίχες του παπά. Πονέζει ο παπάς , μανίζει[1] και λέει:

«Έομε, μωρέ αβάφτιστε, τω δέκα μαρτύρω!»

«Εμείς, μωρέ ταυραμπά[2],έομε τω σαράντα μαρτύρω!»

Βγάνει ο γείς τ’ αλουνού τσι τρίχες.

«Εμείς μωρέ αφορεσμένε έομε των Αγίω Πάντω!»

Λέει ο παπάς, σέρνει τα γένια του χότζα, του τα ξεριζώνει ούλα και διάλε τη τρίχα που τ’αφήνει.


[1] Θυμώνει.

[2] Υποτιμητική ονομασία παπά.