ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ι ΤΣΙΡΙΜΟΝΑΚΗΣ

Κρήσσες Λέξεις (11)

Του Ματθαίου Ιωάν. Τσιριμονάκη

Συλλογή από Κρήσσες Λέξεις (11ο)

αγαστέρα, η: πήλινο δοχείο ενός κιλού, φρ. «πιάσε την αγαστέρα να τηνε γεμίσης γάλα να το πας στο λάλο σου».

αθομαντήλα, η: ύφασμα βαμβακερό η λινό για την κοφίνα της μπουγάδας, φρ. «άμε να μαζώξης άθο, κοπελιά μου, να τονε βάλης στην αθομαντήλα να κάμουμε τη μπουγάδα μας». 

αλυσιδάκι, το: κορδόνι που πλέκεται με το βελονάκι, φρ. «πλέξε μου μια ουλιά αλυσιδάκι να βάλω στο τραπεζομάντηλο απού πλέκω».

ανά(ε)καρα, τα: σωματικές-ψυχικές δυνάμεις, φρ. «δεν έχω μπλιό μου ανάκαρα, η δύναμη μου χάθη».

ανάπλα, η: μάλινη ή βαμβακερή υφαντή κουβέρτα, φρ. « πάρε την ανάπλα να τηνε δώσης τ’ αφέντη σου να σκεπαστή».

αξάϊ,το: μέτρο χωρητικότητας 1/8 του μουζουριού, φρ. «πάρε ένα αξάϊ καρπό να τονε μπας του κουμπάρου μας απού του τονε χρωστούμε».

απασιντάς: ξαφνικά, αιφνίδια, απροσδόκητα, φρ. «απασιντάς εφάνηκε ομπρός μου».

απλάδενα,η: μεγάλη πήλινη λεκάνη φαγητού, φρ. «βάλε το βραστό στην απλάδενα και άμε το στο τραπέζι να τρακάρουνε να τρώνε οι μουσαφίρηδες». 

απομαθαίνω: τελειώνω την μάθηση, φρ. «όντε τον απομάθω το ψαλτήριον».

απομεσοτζέμπερο,το: μικρό τσεμπέρι που φοριέται μέσα για την ομοιομορφία των μαλλιών, φρ. «μωρή με το απομεσοτζέμπερο πορίζεις όξω, βάλε και το τζεμπέρι σου».

απυρολόγος,ο: δοχείο μεταλλικό με τρύπες στον πάτο για να πέφτει το θειάφι, φρ. «άμε να φέρεις τον απυρολόγο και το απύρι να πάμε στο σώχωρο ν’ απυριάσουμε τσι ντομάτες».

αργαστηροδιάστρα,η: γυναίκα που γνωρίζει στο χειρισμό και την προετοιμασία του αργαλειού,  φρ. «άμε μωρή να φωνιάξης τη συντέκνισσα μου απού είναι αργαστηροδιάστρα να μασε στέσει τον αργαλειό».

ασβεστάς,ο: ειδικός στα ασβεστοκάμινα, φρ. «πάω στο πέρα χωριό να βρω ένα ασβεστά να μασε σάξει το καμίνι».

βακέτα,η: στερεό κατεργασμένο δέρμα βοδιού για υποδήματα, φρ. «ξάνοιξε να μου βάλης στα στιβάνια απού σου παράγγελα τη καλή βακέτα».

βα(ζ)γ(ι)εστίζω-βαγεστώ-βακεστίζω: δεν αντέχω άλλο, απαυδίζω(τουρκ.), φρ. «έτσα απού μιλείτε βαγεστώψνα σασε γροικώ». 

βαέτι,το: είδηση για κάποιο γεγονός(τουρκ.), φρ.  «απήτης εξεβάρκαρε κι έμαθε τα βαέθια».

βάϊ χαλινά σου: αλίμονο σου(τουρκ.), φρ. «βάϊ χαλινά σου άνε λαλείς ετσά δε θα σου μιλεί άθρωπος».

βαϊζι,το: διήγηση(τουρκ.), φρ. «μωρέ ξάδερφε με το βαϊζι απού μούκαμες οψάργας δε κοιμήθηκα ουλονυχτίς».

βαλάϊ: μα το θεό, φρ. «βαλάι θα σε παραιτήσω άνε με λαλείς ετσά».

βαλάϊ μπιλάϊ: ναι μα το θεό(τουρκ.), φρ. « βαλάϊ μπιλάι ανε σου λέω τίποτες ψώματα να μ η μου ξαναμιλήσεις».