Οι τρεις διαδοχικές sold out παραστάσεις του έργου «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» στο Φεστιβάλ Αντίβαρο στο Ρέθυμνο επιβεβαίωσαν πως η σκηνική πρόταση του Κωνσταντίνου Ντέλλα είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά και βαθιά βιωματικά θεατρικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων. Μια παράσταση που κουβαλά μνήμη, λαϊκή σοφία, σώμα, τελετουργία και μια αθέατη γυναικεία ιστορία, την οποία η επίσημη αφήγηση άφησε για δεκαετίες στο περιθώριο.
Ο Ντέλλας, αξιοποιώντας υλικό από προφορικές μαρτυρίες, λαϊκές δοξασίες, παραδοσιακά τραγούδια, αρχαία κείμενα και βιώματα της θεσσαλικής υπαίθρου, δημιουργεί μια σκηνική εμπειρία που κινείται ανάμεσα στο ντοκουμέντο και το τελετουργικό θέατρο. Ανασταίνει έναν χαμένο κόσμο μπροστά στα μάτια του θεατή. Οι «γριές» του έργου είναι ζωντανές μνήμες μιας κοινωνίας που έμαθε στις γυναίκες να επιβιώνουν σιωπηλά, αναπτύσσοντας δικούς τους κώδικες εξουσίας μέσα από τη μαγειρική, τα βότανα, τα «πρακτικά» και τη μυστική γνώση της φύσης.
Καθοριστικής σημασίας είναι η επιλογή των τριών ανδρών ηθοποιών — του Μανούσου Γεωργόπουλου, του Πλάτωνα Γιώργου Περλέρου και του Μιχάλη Αναγνώστου — να ενσαρκώσουν αυτές τις γυναίκες. Με απόλυτη σωματική πειθαρχία, χωρίς ίχνος μίμησης ή καρικατούρας, μεταμορφώνονται σε φιγούρες γνώριμες και οικείες: γιαγιάδες, θείες, γυναίκες της υπαίθρου που κουβάλησαν στους ώμους τους οικογένειες, χωράφια, σιωπές και φόβους. Η κίνηση, η φωνή, η καμπύλωση του σώματος, ακόμα και οι παύσεις τους, δημιουργούν μια υποβλητική σκηνική αλήθεια που συγκλονίζει.

Η παράσταση λειτουργεί σαν μια τελετουργία μνήμης. Οι μάσκες της Μάρθας Φωκά, η μουσική του Αλέξανδρου Κτιστάκη, που ισορροπεί ανάμεσα στο παραδοσιακό και το σχεδόν υπνωτικό ροκ ηχητικό περιβάλλον, καθώς και η κινησιολογική επιμέλεια της Μαρίζας Τσίγκα, συνθέτουν μια ατμόσφαιρα σχεδόν διονυσιακή. Το γυμνό σκηνικό δεν στερεί τίποτα· αντίθετα, επιτρέπει στο σώμα και στον λόγο να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το πιο σπουδαίο όμως επίτευγμα της παράστασης είναι ότι κατορθώνει να μιλήσει για την πατριαρχία, την έμφυλη καταπίεση και τον κοινωνικό αποκλεισμό χωρίς διδακτισμό ή εύκολα συνθήματα. Με τρυφερότητα, ποιητικότητα και βαθιά ανθρωπιά, φωτίζει έναν κόσμο γυναικών που έμειναν αόρατες, αλλά διατήρησαν μια μυστική δύναμη μέσα από τη σχέση τους με τη γη, τη φύση και το σώμα.
Στο Φεστιβάλ Αντίβαρο, το κοινό του Ρεθύμνου αγκάλιασε θερμά αυτή τη χειροποίητη και αυθεντική θεατρική εμπειρία, γεμίζοντας ασφυκτικά τον χώρο και στις τρεις παραστάσεις! Και όχι άδικα. Οι «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» είναι από εκείνες τις παραστάσεις που δεν τελειώνουν όταν πέσει το φως. Παραμένουν μέσα σου σαν ψίθυρος παλιός, σαν μνήμη που επιστρέφει, σαν μια υπενθύμιση ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να έχει ρίζες, και γι’ αυτό να συγκινεί τόσο βαθιά!





