Από το 2022 φαίνεται πως κάτοικοι σε περιοχές του Αμαρίου και της Φαιστού ζητούσαν την παρέμβαση των αρχών για τη δράση της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης που εξαρθρώθηκε από το ελληνικό FBI στην Κρήτη.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ieidiseis.gr, στις 11 Ιουλίου 2022, συνολικά 107 κάτοικοι είχαν στείλει καταγγελία στον τότε υπουργό Προστασίας του Πολίτη, περιγράφοντας όσα, όπως υποστήριζαν, συνέβαιναν στην αγροτική περιοχή της Σάτας Αμαρίου. Στο έγγραφό τους έκαναν λόγο για καθεστώς φόβου και ζητούσαν λύση απέναντι στη δράση συγκεκριμένης οικογένειας.
Παράλληλα, ακολούθησαν αρκετές μεμονωμένες και ομαδικές μηνύσεις από ιδιοκτήτες γης. Ωστόσο, όπως αναφέρεται σε έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ., παρά τις καταγγελίες «δεν επετεύχθη ούτε συνετισμός ούτε τιμώρηση». Στα ίδια έγγραφα επισημαίνεται ότι υπήρχαν αντικειμενικές δυσκολίες στη διερεύνηση των περιστατικών, καθώς οι περιοχές χαρακτηρίζονταν δυσεπιτήρητες και δεν ήταν εύκολη η ανάπτυξη κεκαλυμμένης αστυνομικής δράσης.
Πολλές μηνύσεις, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, γίνονταν κατ’ αγνώστων, καθώς ο φόβος αντιποίνων εμπόδιζε θύματα και μάρτυρες να κατονομάσουν πρόσωπα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ιδιοκτήτη έκτασης με περίπου 400 ελιές στον οικισμό Σάτα, ο οποίος φέρεται να μπήκε στο στόχαστρο επειδή αρνήθηκε να επιτρέψει τη βόσκηση ζώων στο χωράφι του. Αν και είχε υποβληθεί μήνυση για αγροζημιές, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο στις 8 Δεκεμβρίου 2025 από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρεθύμνου. Στη συνέχεια, η υπόθεση άνοιξε ξανά από το ελληνικό FBI και εντάχθηκε στη δικογραφία.
Ανάμεσα στα φερόμενα θύματα βρίσκεται και ένας 74χρονος ιερέας, τον οποίο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν προσωπικά. Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, την τελευταία τετραετία ο θείος και τα δύο ανίψια φέρονται να καταπάτησαν και να εκμεταλλεύτηκαν την περιουσία του, μέσα από απειλές και εκβιασμούς.
Ο κληρικός διαθέτει αγροτεμάχιο στη Σάτα με αιωνόβια ελαιόδεντρα. Από το 2021 και μετά, όπως φέρεται να ανέφερε, αναγκάστηκε να σταματήσει την καλλιέργεια για παραγωγή ελαιόλαδου και τη συγκομιδή καυσόξυλων, καθώς ανεπιτήρητα πρόβατα έβοσκαν μόνιμα στο χωράφι του, προκαλώντας ζημιές στο έδαφος και στον ελαιόκαρπο.
Ο ίδιος φέρεται να δήλωσε ότι, λόγω του φόβου και γνωρίζοντας περιστατικά βίας σε βάρος συγχωριανών του, απέφευγε να αντιπαρατεθεί με τους κατηγορούμενους. Μετά την έναρξη της έρευνας από το ελληνικό FBI, αποφάσισε να ζητήσει την ποινική τους δίωξη.
Σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης θεωρείται και κατάθεση γυναίκας, η οποία φέρεται να είπε στους αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν πως βρισκόταν σε εξέλιξη έρευνα σε βάρος τους.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, βασικό μέλος της ομάδας την κάλεσε τηλεφωνικά και της ζήτησε να μην προχωρήσει σε καταγγελία, αλλά να διαψεύσει όσους είχαν ήδη μιλήσει στις αρχές, παρότι και η ίδια φέρεται να είχε υποστεί ζημιά.
Στο πλαίσιο της έρευνας διατάχθηκε άρση απορρήτου, προκειμένου να χαρτογραφηθούν τα στίγματα των κινητών τηλεφώνων των εμπλεκομένων. Οι αρχές αναζητούσαν στοιχεία και για τον εμπρησμό αυτοκινήτου αξίας 27.000 ευρώ, που σημειώθηκε στις 29 Μαΐου 2025 στο Αμάρι.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δράστες φέρονται να περιέλουσαν το όχημα με εύφλεκτο υγρό και να του έβαλαν φωτιά ως αντίποινα.
Το βράδυ του εμπρησμού, ο 43χρονος θείος φέρεται να βρισκόταν σε γαμήλια δεξίωση στο Ηράκλειο, όπου είχαν πάει και τα δύο ανίψια του. Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που εξετάζονται από τις αρχές, ο ίδιος φέρεται να ενημέρωσε τη σύζυγό του ότι θα παρέμενε στο κέντρο για συγκεκριμένο λόγο, τον οποίο θα της εξηγούσε από κοντά.
Αν και στις 00:52 φέρεται να είπε ότι αποχωρεί με το αυτοκίνητό του, τηλεφώνημα της συζύγου του στις 06:00 το πρωί έδειξε, σύμφωνα με τις αρχές, ότι δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Την ώρα εκείνης της κλήσης ενεργοποιήθηκε στίγμα από κεραία που εξυπηρετεί γεωγραφικά τα Βορίζια.
Σε άλλη συνομιλία, που καταγράφηκε την επομένη του εμπρησμού, το αρχηγικό μέλος φέρεται να είπε ψιθυριστά στον ανιψιό του ότι «έγινε χθες», χωρίς να περιγράφει το περιστατικό. Σε ξεχωριστή επικοινωνία, η σύζυγός του φέρεται να του είπε ότι φοβάται.
Η Αστυνομία εκτιμά ότι ο 43χρονος απουσίαζε σκόπιμα από το σπίτι του το επίμαχο βράδυ, φοβούμενος ενδεχόμενη αστυνομική έρευνα λόγω του εμπρησμού.





