Το Σχολείο διδάσκει τη γλώσσα της Εκκλησίας – του Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτη

Του Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτη

Ένα από τα κυριότερα εμπόδια, που φαντάζεται ο μέσος άνθρωπος ότι τον αποκόπτουν από το να πηγαίνει στην εκκλησία, είναι η γλώσσα. Τα κείμενα της θείας λειτουργίας και όλων των άλλων εκκλησιαστικών τελετών είναι γραμμένα στα αρχαία ελληνικά. Εμείς δεν ξέρουμε αρχαία ελληνικά, άρα δεν καταλαβαίνουμε τίποτε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Σχολείο διδάσκει τη γλώσσα της Εκκλησίας – του Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτη»

Η διατροφή των παιδιών στο σχολείο – της Καλλιόπης Στάλα

Τα σχολεία άνοιξαν και οι μανούλες ανησυχούν για την διατροφή των παιδιών τους τις ώρες που είναι στο σχολείο. Στις ευαίσθητες ηλικίες των έξι, επτά, οκτώ χρόνων, αλλά και σε μεγαλύτερα παιδιά, που βρίσκονται στην ανάπτυξη, η διατροφή τους έχει πρωταρχικό ρόλο και έτσι πρέπει να είναι πολύ προσεγμένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η διατροφή των παιδιών στο σχολείο – της Καλλιόπης Στάλα»

Μουσικές Αναδρομές: Parlophone, «Συνταγή για ελληνικό γλέντι»

Από το πολύτιμο αρχείο του πατέρα Αρτέμιου ένας δίσκος τυπωμένος στην Μεγάλη Βρετανία!

Τέλη 1950, αρχές του 1960 με μια μοναδική πρωτοτυπία: είναι το μοναδικό βινύλιο που περιέχει το πρωτο τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού,την «Κοπελούδα»,που θα ηχογραφήσει το 1958 σε δίσκο 78 στροφών… Μόλις το 2008 θα κυκλοφορήσει σε μια ψηφιακή κασετίνα του Γιώργου Κατσαρού.

Δεν το καθάρισα καθόλου για ρομαντικούς λόγους…

Τα τραγούδια:

  1. Φουστα κλαρωτη – Χατζιδάκις – Χατζοπούλου
    2. Μια ψαραδικη φρεγάτα – Ιακωβίδης – Χατζοπούλου
    3. Ή με μενα ή με αυτόν – Μεϊμάρης – Γαβαλάς
    4. Κοπελούδα – Κατσαρός – Μπελίντα
    5. Εβίβα μια – Μουραμπάς – Λάμπο
    6. Φυσα βοριαδάκι – Μουζάκης – Μπελίντα
    7. Τραγουδω για να μην κλαίω – Ιακωβίδης – Χατζοπούλου
    8. Τι να το κανω πως είσαι ωραίος – Καλδάρας – Χατζοπουλου
    9. Το φοξ της ροκάνας – Ιακωβίδης – Λάμπο
    10. Το βεσπακι ,το κοριτσι μου κι εγω – Πολυμερης
    11. Θέλω αντρα τσικ λεβέντη – Κοφινιώτης – Κυριακίδου
    12. Ωρα καλη στο μετανάστη – Ιακωβίδη – Χατζοπούλου

Μουσικές Αναδρομές
Μανώλης Τζιλιβάκης

Ποια είναι τα παραδοσιακά κρητικά πνευστά μουσικά όργανα; [φώτο-βίντεο]

Στον Πελοπίδα Σαριδάκη, το Ζαριανό χαμπιολάτορα, που πέθανε κατά τη διάρκεια  της σύνταξης του παρόντος άρθρου.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε με την ευκαιρία της έκδοσης του ψηφιακού δίσκου «Αγρίμι και κοράσο» του π. Στεφανή Νίκα (2010), στον οποίο κυριαρχεί το σφυροχάμπιολο (παίζει ο εξαιρετικός χαμπιολάτορας Νίκος Κατριτζιδάκης). Στο συνοδευτικό ένθετο του δίσκου, μαζί με πολλές λαογραφικές και γλωσσικές πληροφορίες, δημοσιεύθηκαν αποσπάσματα του παρόντος.

sfyrohabiolo

Οι τρεις μεγάλες οικογένειες μουσικών οργάνων, τα κρουστά, τα πνευστά και τα έγχορδα, εμφανίζονται σε όλη την  επιφάνεια της γης, όπου έζησαν ή ζουν άνθρωποι, σε μιαν απίστευτη ποικιλία από παραλλαγές, που οδηγούν όμως, στην κοινή βάση τους, σε ένα αξιοπρόσεχτο συμπέρασμα: όλοι οι αρχαίοι λαοί, από τις  φυλές των σπηλαίων ώς τα οργανωμένα βασίλεια, ακολούθησαν την  ίδια πορεία για να αναπαραγάγουν τους  ήχους της φύσης, εξυπηρετώντας σκοπούς μαγικούς ή πραχτικούς και αργότερα (ή μήπως πρωταρχικά;) αναζητώντας διέξοδο στην  ανάγκη να  εκφράσουν τους πόθους και  τις αγωνίες τους κι έτσι να τις διώξουν από μέσα τους και να λυτρωθουν απ’ αυτές.

Στην Κρήτη, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, παρά την εισοδο των εγχόρδων (που συντελέστηκε προοδευτικά ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, αν και δεν έχει μελετηθεί ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό), τα κρουστα και τα πνευστα μουσικά όργανα  διατήρησαν το χαρακτήρα τους και  τον  καλλιτεχνικό και κοινωνικό τους ρόλο περίπου ώς τα μέσα του 20ού αιώνα. Από τότε εκτοπίζονται με γρήγορους ρυθμούς, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού της κρητικής υπαίθρου, και σήμερα διατηρούνται απ’ αυτά μόνο ελάχιστα κατάλοιπα.

Ενώ το κρητικό κρουστό, το νταουλάκι, εντοπίζεται αποκλειστικά στο χώρο του νομού Λασηθίου (κι αυτό όμως έχει ουσιαστικά εξαφανιστει), τα πνευστα γνώρισαν ευρύτατη χρήση σε όλες τις περιοχές του νησιού (πρόκειται μάλλον για παράλληλη γέννηση και  όχι για διάδοση). Είναι τρία μουσικά όργανα, το χαμπιόλι, η μπαντούρα και η ασκομπαντούρα, χωρίς να συμπεριλάβουμε διάφορα ηχητικά αντικειμενα, όπως η νουνούρα [τρυπημένο καπάκι χοχλιου (κέλυφος σαλιγκαριου) σκεπασμένο με μεμβράνη] και  η σφυρίχτρα, και  τή μπουκόλυρα (μίμηση του ηχου της λύρας με το  στόμα).

Ασκομπαντούρα. Φώτο Αντώνης Στεφανάκης
Ασκομπαντούρα. Φώτο Αντώνης Στεφανάκης

Φυσικά τα όργανα  αυτά, όπως και τα τοπικά έγχορδα, εντάσσονται στην οικογένεια των μουσικών  οργάνων του ευρύτερου ελληνικού χώρου και  ιδιαίτερα του νησιωτικού (αιγαιακού), με τις προεκτάσεις της στην περιοχή της ανατολικης Μεσογείου και της πάλαι βυζαντινής ανατολής.

Πρόκειται για ποιμενικά όργανα  και στην εξάπλωσή τους συνέβαλαν καθοριστικά οι ατέλειωτες ώρες στη μοναξιά του βουνού: «Η μπαντούρα είναι η διασκέδαση του βοσκού, προ πάντων του στειρονόμου γή γιτσικονόμου, όντεν είναι το καλοκαίρι ξαπλωμένος κάτω στο σκιανιό και σκοτώνει την ώρα του σα σταλίσουν τα οζά του… το  μπαμπιόλι βγάνει σκοπό γλυκιό και λυπητερό και το παίζουν οι βοσκοί κατά τα βραδιάσματα, ώρα που γη κι ουρανός γρινιάζουν».

Εξυπακούεται ότι όλοι οι μουσικοί που τα χρησιμοποίησαν ήταν ερασιτέχνες, αυτοδίδακτοι και εμπειρικοί, δηλαδή λαϊκοί μουσικοί, χωρίς θεωρητικές μουσικές γνώσεις, και ως επί το πλειστον τα κατασκεύαζαν μόνοι τους (το ίδιο ίσχυε και για  τους λυράρηδες). Στην  εξαφάνισή τους  συνέτειναν αφενός η εξάπλωση της λύρας κατ’ αρχάς και αργότερα του μαντολίνου, που με τις  τεχνικές τους δυνατότητες κέρδισαν και τελικά μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του κτηνοτροφικου πληθυσμου της Κρήτης, και αφετέρου το πέρασμα προοδευτικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 της κρητικής παραδοσιακής μουσικής στα χέρια των επαγγελματιων μουσικών [που, κάνοντάς την πολυπλοκότερη και εντυπωσιακότερη (αν και όχι πάντα ουσιαστικότερη), δεν ενδιαφέρθηκαν για πνευστα στα γλέντια τους] σε συνδυασμό με την αλλαγή στον τρόπο ζωης του Κρητικού βοσκού: το αυτοκίνητο επιτρέπει πλέον τη διαμονή στο χωριό, ενώ το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και τελικά η κασσέτα και το CD σχεδόν συρρίκνωσαν την ερασιτεχνική ενασχόληση με τη μουσική στο επίπεδο της ακρόασης.

Μαντούρα [πηγή wikiwand.com]
Μαντούρα [πηγή wikiwand.com]
Η μπαντούρα.

Η λέξη χαμπιόλι στην Κρήτη σημαίνει γενικότερα τον αυλό. Έτσι, χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει δύο μουσικά όργανα το ένα ονομάζεται ειδικά χαμπιόλι (θ’ αναφερθούμε παρακάτω σ’ αυτό) και το άλλο είναι η μπαντούρα ή μαντούρα, πνευστό από λιανό καλάμι (κλειστό στη μία ακρη με τον κόμπο του και ανοιχτό από την άλλη), που ανήκει στην κατηγορία του κλαρινέττου διαθέτει επικρουστικό γλωσσίδι, φτιαγμένο με σχίσιμο στη μεριά της κλειστής άκρης με τη βοήθεια μαχαιριού, που μπαίνει ολόκληρο στο στόμα και παλλόμενο με το φύσημα παράγει τον ηχο, και «πέντε τρύπες καυτές, για να μολογά καλά». Το  μέγεθός της συνήθως κυμαίνεται από 20 ώς 30 εκ., ενώ κάποτε φτιάχνεται από δύο κομμάτια καλάμι: το ένα έχει τις τρύπες για τα δάχτυλα και το άλλο, το μικρότερο, έχει το γλωσσίδι, πράγμα που δίνει την ευχέρεια στο μπαντουράρη να αντικαταστήσει μόνο το τμημα αυτό αν καταστραφει το  γλωσσίδι του οργάνου. Ο ήχος της είναι λεπτός, οξύτερος από του χαμπιολιου, γιατί το καλάμι είναι λεπτότερο. Οι δυνατότητές της περιορίζονται σε μερικές κοντυλιές (μουσικές φράσεις) και αυτοσχεδιασμούς.

Η λέξη λυρομπάντουρα και η φράση λύρες κα  μπαντουρες έφθασαν μέχρι τα τελευταία χρόνια να σημαίνουν τη μουσική γενικά. Μπαντούρες (ή χαμπιόλια, όπως συχνά τις  ονόμαζαν) κατασκεύαζαν πρόχειρα τα παιδιά στα χωριά με το σουγιά τους  και έπαιζαν απλές κοντυλιές χάριν παιδιάς.

Δυο μπαντουρες μαζί, που η μια κρατεί το ίσο και η άλλη παίζει το σκοπό στα χείλη του ίδιου μπαντουράρη, συνιστουν τη τζιμπραγιά μπαντούρα (δίδυμη) ή διπλομπαντούρα. Συνήθως η μία από τις δύο μπαντούρες, αυτή που χρησιμεύει για ισοκράτημα, έχει μόνο μία τρύπα ο Ανωγειανάκης όμως αναφέρει τζιμπραγιά μπαντούρα με όλες τις τρύπες και στα δύο σκέλη από την περιοχή του Πρινέ Μυλοποτάμου ν. Ρεθύμνης τα τελευταια χρόνια του μεσοπολέμου σ’ αυτήν «έχουμε ένα απλό δυνάμωμα του ήχου: αντί μια έπαιζαν δυο μαντούρες μαζί τη μελωδία». Στο όργανο αυτό, «όταν, παρ’ όλη την προσοχή στην κατασκευή, οι δυο μαντούρες δε “μολογούσαν”, χρησιμοποιούσαν διάφορους τρόπους …για να συντονίσουν ηχητικά τις  δυο μαντούρες:  έξυναν μ’ ένα μαχαιράκι, δηλαδή ελέπτυναν περισσότερο το ένα από τα δύο γλωσσίδια ή στη μια από τις δυο μαντούρες έχωναν κάτω από το γλωσσίδι της μια λεπτή κλωστή ή τύλιγαν τρεις και τέσσερις φορές τη ρίζα του γλωσσιδιού με μια λεπτή κλωστή, που έδεναν μετά κόμπο (και οι δυο αυτοί τρόποι επηρέαζαν, όπως είναι φανερό, την παλμική κίνηση του γλωσσιδιού και συνεπώς το  ύψος του ήχου). Άλλοτε πάλι άνοιγαν περισσότερο ή έκλειναν λίγο, με κερί, όποια από τις τρύπες δε συνταιριαζόταν ηχητικά με τη  αντίστοιχη τρύπα στην άλλη μαντούρα κτλ.».

Η ασκομπαντούρα.

Η τζιμπραγιά μπαντούρα αρμοσμένη σε ξύλινο θηκάρι και προσαρμοσμένη με κατάλληλο τρόπο σε δέρμα από αρνί ή ρίφι (κατσικάκι) μας δίνει στην Κρήτη την ασκομπαντούρα ή ασκομαντούρα και φλασκομπαντούρα, που είναι η γνωστή νησιώτικη τσαμπούνα και διαφέρει από τον άλλο τύπο ελληνικού άσκαυλου, τη γκάιντα.

«Η ασκομπαντούρα γίνεται από λιανό καλάμι διπλό. Το  κάθε καλάμι έχει το καπάκι στον κόντυλο και μια σειρά τρύπες, όλες 5, όσα είναι και τα δάχτυλα της μιας χέρας. τις  τρύπες τις καινε με αφτούμενο κάρβουνο για να γίνουν στρογγυλές. τις δυο καλαμένιες μπαντουρες κάνουν να ταιριάζουν στη φωνή και τσοι βάνουν μέσα σ’ ένα ξύλο σκαλισμένο κούφιο σα σωλήνα από σφάκα γή ασφένταμο. Επειδής χαλούν τα καπάκια εύκολα, είναι χωριστά γινωμένα και ταιριάζουν ύστερα στο σωλήνα του καλαμιού που ’χει τσοι τρύπες. …Η ασκομαντούρα βγάνει βοή πολλή και δίδει ζωή στους χορευτές, μα ταιριάζει σε γλέντι μεθυσιού και όχι σε γλέντι σοβαρό και ευγενικό. για κείνο δεν την  πολυμεταχειρίζονται στο χορό και στο τραγούδι καθόλου. Ο μπαντουράρης φράσει τες δύο πρώτες τρύπες της μπαντούρας με το πρώτο και δεύτερο δαχτύλι του δεξιού χεριού και τσοι άλλες τρεις προς τον πόρο τση μπαντούρας με τα τρία πρώτα δαχτύλια της ζερβής χέρας».

Ο Ανωγειανάκης καταγράφει ασκομπαντούρα με 6 τρύπες και αυλακωτή βάση με τρεις αυλούς ο τρίτος αυλός, χωρίς τρύπες, χρησιμεύει για ισοκράτημα (Άγιοι Δέκα Ηρακλείου).

Το δέρμα με το πιο κατάλληλο μέγεθος για την κατασκευή της, όπως λέει ο χαμπιολάτορας, ασκομπαντουριέρης και κατασκευαστής Μανώλης Φαραγκουλιτάκης ή Μπαξές από τα Βορίζια Ηρακλείου, είναι του ζώου («γ-ή αρνί γ-ή ρίφι, ό,τι νά ’ναι») που «θα βγει το κρέας του 7-8 κιλά κι εννιά κιλά να  βγει, καλό είναι», ώστε να μπορεί ο παίχτης «ν’ αγκαλιάσει τ’ ασκί». Φυσικά το δέρμα αυτό δεν πρέπει να είναι σκισμένο στο λαιμό, όπως γίνεται όταν το ζώο σφάζεται για το κρέας του.

Η εξωτερική πλευρά του δέρματος είναι εσωτερική του οργάνου. «Τα πιο πολλά μαλλιά έχουνε κουρευτεί κι έχει μισό πόντο μαλλί από μέσα» (αν ξυρίσουν την τρίχα οι πόροι του δέρματος ανοίγουν με το παίξιμο και τ’ ασκί ξεθυμαίνει γρήγορα εξάλλου το  κοντό μαλλί συγκρατεί το χνότο και το σάλιο, που μαζεύονται σιγά σιγά μέσα στο ασκί με το φύσημα, και τα εμποδίζουν να προχωρήσουν και να «ξεκουρντίσουν» τα γλωσσίδια μαλακώνοντάς τα με την  υγρασία).

Η κατασκευή γίνεται «ότι να (αφότου) ξεραθει τ’ ασκί. Εγώ τση βάνω αλάτσι γιατί, όσο νά ’ναι, δέρματά ’ναι, και θέλει πολύ αλάτσι να τη μ-ψήνει (…). Έκειέ ’χω και κάτι κόλλα που είναι δερματόκολλα άμα χάνει αέρα, να του βάλομε λιγάκι, ίσως να σταθεί.»

Ενώ τα μπαντουράκια είναι, φυσικά, από καλάμι, το στόμιο είναι κοκκάλινο. Εκεί «δε γ-κάνει να βάλεις καλάμι το καλάμι θα το κάμ’ αυτό ντελόγο τ’ αδόντι… και ξύλινο νά ’ναι θα το σπάσει. Αλλά τούτο ’δώ είναι αμετάβλητο». Το στόμιο λέγεται φουσκωτάρι (Λασήθι), μπούζουνας (Σητεία) κλπ.

Κατά το παίξιμο «πετάς τη γλώσσα και φράζεις το κόκκαλο ύστερα πάλι ξεφράζεις και μπαίνει αέρας στ’ ασκί σιγά σιγά, δώσ’ του δώσ’ του. Δε θέλει να πάρεις πολύ αέρα, γιατί κλειούνε τα χαμπιολάκια μέτρια».

«Τ’ ασκί είναι για να μη γ-κάνει διακοπή. Γιατ’ η μαντούρα, άμα λείπει τ’ ασκί, παίζει κι ετσά το  ιδιο, αλλά κάνει διακοπές» (για ν’ αναπνεύσει ο παίχτης), «ενώ με τ’ ασκί δε γ-κανει» (γιατί συγκρατει τον αέρα στο εσωτερικό του, είναι δηλαδή αεροθάλαμος).

χαμπιόλι - μαντούρες
χαμπιόλι – μαντούρες [πηγή users.sch.gr/chetzogian]
Το χαμπιόλι.

Το χαμπιόλι είναι καλαμένιο πνευστό που ανήκει στην κατηγορία του φλάουτου και συγγενεύει με το φλάουτο με ράμφος. Ονομάζεται κατά περιοχές θιαμπόλι, μπαμπιόλι, φθιαμπόλι, σφυροχάμπιολο και πειροχάμπιολο και πρόκειται για το γνωστό από την υπόλοιπη νησιωτική (κυρίως) Ελλάδα σουραύλι.

Στη δυτική Κρητη (Ομαλός Χανίων) ο αυλός ονομάζεται χαμπιόλι και μπαμπιόλι, στην επαρχία Σελίνου θιαμπόλι, στον Κρουσώνα (Ηρακλείου) πειροχάμπουλο, «γιατί του βάζομε πείρο από σφάκα», στα Βορίζα (Ηρακλείου) γλωσσοχάμπουλο και σφυροχάμπουλο κ.τ.λ.

«Το παμπιόλι (φθιαμπόλι) είναι (κι αυτό) βοσκίτικο όργανο. Γίνεται από χοντρό καλάμι πού ’χει στη μια μεριά κόντυλο. Από κει που του φυσούν και παίζει είναι καλάμι κομμένο ξυράφτικα (λοξά) και είναι στουμπωμένο με πείρο από σφάκα. Ο πείρος ταιριάζει καλά και μόνον από την ακρα τση κοπης έχει μια πελεκιά κι αφήνει διάστεμα να μπαίνει η αναπνιά μέσα στο καλάμι. Ίσα ποκάτω στη στενή αυτή τρύπα είναι ανοιγμένη στο καλάμι τρύπα τετράγωνη, πού ’χει το κάτω χείλι τση κοφτερά ξυσμένο, για να σφυρίζει η φυσά (το φύσημα) περνώντας από κει. Από κει και κάτω έχει 5 τρύπες στρογγυλές το καλάμι και μια από πίσω που τη φράζει ο δάχτυλος τση δεξιάς χέρας. και  στον κόντυλο κάτω είναι μια μικρή τρύπα καμωμένη με το σουβλί.»

Ο λυράρης Κ. Ανυφαντάκης, ετών 79, περιέγραψε την κατασκευή του χαμπιολιου έτσι: «Τα χαμπιόλια τα κάνουνε από καλάμι ξερό. Πρέπει ο κόντυλός του νά ’ναι μακρύς και ψιλός, για να βάζεις πολλές τρύπες. Με το μαχαίρι στην απάνω μπάντα του κόντυλα του σάζομε μια γλώσσα και τήνε φτεναίνεις με το μαχαίρι και του κάνεις πέντε τρύπες και τσοι καις να γίνουνε στρογγυλές».

«Το θιαμπόλι το κάνομε από καλάμι και σφάκα. το τρυπώ το καλάμι με μαχαίρι και απόι τσοι κάβω τσοι τρύπες με κάρβουνο, αλλιώς δεν παίζει. νά ’ναι ξερό, χοντρό και μακρύς ο κόντυλας του καλαμιου και η σφάκα ξερή».

Το σφυροχάμπιολο κατά παράδοσιν έχει πέντε τρύπες μπροστα και μία πίσω, για τον  αντίχειρα.

Ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης θυμάται: «Τα παλιά είχανε πέντε τρύπες. Εγώ ήμαθα με πέντε. Αλλά τη γ-Κατοχή μέσα ήταν ένα μ-παιδί απ’ τη Μιαμού, απ’ τ’ Αστερούσια, και έπαιζε. Το γνώρισα στ’ αεροδρόμιο απού φτιάχνανε οι Γερμανοί στο Ντυμπάκι. Ήταν εκειά χιλιάδες κόσμος κι εδούλευγε. Ήτανε στα σύρματα. Κι εγλεντίζανε κάθ’ αργά οι γι-αθρώποι, είντα ’θελα κάμουνε; και τον είδα εκειά και τον άκουσα μια φορά κι έπαιζε κι έπαιζε με εφτά τρύπες, όπως είν’ αυτό ακριβώς.

Εγώ εβάστουν ένα με πέντε. Και  μου λέει: “Κουμπάρε Μανώλη, να σάξεις ένα με εφτά που ’χει πιο πολλά πατήματα και παίζεις άνετα ότι δήποτε κοντυλιά και νά ’ναι”. Αυτός ήτανε πιο μεγάλος από μένα λεγότανε Χαρίδημος Γερμανάκης.»

Η Μαρία Λιουδάκη γράφει πως στο Λασίθι καλά θιαμπόλια γίνονται από κόκκαλο «τση βιτσίλας» (σταυραετού). Και στην Αση Γωνιά (Ν. Χανίων), όπως μας πληροφορει ο Γ. Αικατερινίδης, κατασκευάζονταν αυλοί από κόκκαλο: «Παλιά παίρνανε από τσοι καναβούς (γύπες) κόκκαλο και κάνανε μπαμπιόλι. Παίζανε και χορεύανε οι βοσκοί με του καναβου το  κόκκαλο».

Η Μαρία Λιουδάκη εξάλλου παραδίδει το σκωπτικό στίχο τα πόδια σου ’ν’ αχιμαδιάς, τ’ ατζά σου ’ναι θιαμπόλι, ο οποιος σατιρίζει τα πολύ λεπτά πόδια των γυναικών.

Οι κοντυλιές.

Οι μουσικές φράσεις που παίζονται με τα πνευστά ονομάζονται κοντυλιές η κοντυλέ (στο ρεθεμνιώτικο γλωσσικό ιδίωμα) ή κοντυλιά (στο ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης). Η λέξη παράγεται από τον κόντυλα, στέλεχος καλαμιού ανάμεσα σε δύο κόμπους, με τον οποιο κατασκευάζονται τα συγκεκριμένα μουσικά όργανα .

«Ένα γ-κοντυλιδάκι» είναι ό,τι πρέπει για να παρεΐσουν οι μερακληδες και να εκτονώσουν το μεράκι τους τραγουδώντας μαντινάδες ή και χορεύοντας τους διάφορους σιγανούς και πηδηχτούς κρητικούς χορούς, οι οποιοι αποτελούνται από κοντυλιές, οι περισσότεροι όμως από τους οποίους, τοπικού χαρακτήρα, έχουν εκλείψει (ο τριζάλης, ο κατσαπαδιανός, ο πανωμερίτης, το  μικρό μικράκι, ο πρινιώτης, ο στειακός πηδηχτός, η ρουμαθιανή σούστα και πληθος άλλων).

Σήμερα η λέξη κοντυλιά προσδιορίζει τις μελωδίες του σιγανού πεντοζάλη, που παίζονται πλέον με λύρα ή μαντολίνο, και ενίοτε έχει και τη σημασία της μουσικής της λύρας γενικά (δηλαδή τση δοξαρές), με τον ιδιο τρόπο που η λέξη πεννιά σημαίνει τη μουσική των νυκτών εγχόρδων. Ωστόσο έχουν απομείνει πολλές κοντυλιές (πολλά γυρίσματα, δηλ. μελωδικές φράσεις) με χαρακτηριστικό μπαντουρίστικο ύφος, ενώ η μίμηση του ήχου της μπαντούρας με τη λύρα θεωρείται δείγμα εξαιρετικής δεξιοτεχνίας του λυράρη.

Παλαιότερα τοπικές κοντυλιές, όπως οι αμαριώτικες και οι στειακές κοντυλιές (επαρχίες Αμαρίου και Σητείας αντίστοιχα) ήταν ξακουστές για την ποικιλία και την ομορφιά τους. Κοντυλιές όμως μπορουσε να συνθέσει αυτοσχεδιάζοντας οποιοσδήποτε πολύ ή λίγο προικισμένος ερασιτέχνης μουσικός («κοντυλέ του τάδε») στο καφενειο, στο σπίτι του, στο χωράφι ή στ’ αόρι, στα πρόβατα, τις οποίες παραλαμβάνοντας η κοινότητα κατέτασσε με την ανάλογη επεξεργασία στο χωρο της παράδοσης.

Γιάννης Ρομπογιαννάκης
Γιάννης Ρομπογιαννάκης

Σύγχρονοι παίχτες πνευστών στην  Κρήτη.

Μετά την τελευταία γενιά Κρητικών χαμπιολατόρω (Μανώλη Φαραγκουλιτάκη, Αντώνη Στεφανάκη, Πελοπίδα Σαριδάκη, Παντελή Γουβεράκη κ.ά.) τα όργανα  πέρασαν, όπως ειπαμε, στο περιθώριο. Αρκετοί Κρητικοί λαϊκοί μουσικοί, που έπαιζαν για χρόνια κρητικά πνευστά, τα εγκατέλειψαν, είτε λόγω άλλων ενδιαφερόντων (όπως ο Θανάσης Σταυρακάκης) είτε, προκειμένου για επαγγελματίες μουσικούς, προτιμώντας άλλο όργανο (Νικηφόρος Αεράκης, λύρα). Ενώ ήδη συνέβαινε αυτό, διάφοροι Κρητικοί λαϊκοί μουσικοί προσπάθησαν να τα καταγράψουν, περιλαμβάνοντάς τα δειγματοληπτικά στους δίσκους τους.

Τα τελευταια χρόνια, με την ανακάλυψη της παράδοσης από πολλούς νέους ανθρώπους στην Ελλάδα (ακολουθώντας τον απόηχο του ανάλογου παγκόσμιου ρεύματος, που δεν πρέπει όμως, τουλάχιστον στην περίπτωση που συζητούμε, να το υποτιμήσουμε ως προς τη γνησιότητά του), τα πνευστά της Κρήτης άρχισαν δειλά δειλά να επανεμφανίζονται.

Ο Ιρλανδός μουσικός και μουσικολόγος Ross Daly, που ασχολείται χρόνια με την  παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας και  ιδιαίτερα της Κρήτης, μου απάντησε, όταν τον  ρώτησα αν πιστεύει ότι τα κρητικά πνευστά έχουν ελπίδα ν’ αναβιώσουν: «Αυτό θα  συμβει μόνο αν μία ισχυρή προσωπικότητα, που θ’ ασχολειται μ’ αυτά, προσελκύσει νέους μουσικούς στη χρήση τους».

Αναμφίβολα θα βοηθουσε σε μια προσπάθεια αναβίωσής τους η ένταξη της διδασκαλίας τους στα Ωδεια, στα πλαίσια της διδασκαλίας παραδοσιακών μουσικών  οργάνων (αυτό βέβαια προϋποθέτει συστηματικό προγραμματισμό στη διδασκαλία της παραδοσιακής μουσικής, με «υποχρεωτικά» μαθήματα και μαθήματα ιστορίας της μουσικής μας, βυζαντινής μουσικής κ.λ.π.), με τη χρησιμοποίηση όμως πλέον, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο του κλασικού κρητικού χαμπιολιού με τις πέντε τρύπες αλλά και συγγενικών καλαμένιων πνευστών με περισσότερες τεχνικές δυνατότητες από άλλες περιοχές.

Βέβαια μια πιθανή αναβίωση των κρητικών πνευστών, κατά τη γνώμη μου, θα έχει νόημα μόνο αν μας βοηθήσει να ανακτήσουμε το ομαδικό πνεύμα που χαρακτήριζε την  παλιά κρητική παρέα (συμποσιακή σύναξη φίλων) και το γλέντι (που ήταν μια μεγάλη παρέα) και επαναφέρει τους μερακλήδες της Κρήτης (δηλαδή τους ευαίσθητους ανθρώπους που αγαπούν την τέχνη) στην ερασιτεχνική ενασχόληση με τη μουσική παράδοση του τόπου τους και  τον  πολιτισμό που η παράδοση αυτή εκφράζει.

Σημείωση, 2 του Σεπτέμβρη 2017:
Σήμερα, επτά χρόνια μετά τη σύνταξη των παραπάνω, με το έργο σύγχρονων αποφασισμένων Κρητικών μουσικών, όπως ο Γιάννης Ρομπογιαννάκης και ο Αλέξανδρος Παπαδάκης, αλλά και με τη συμβολή εμπνευσμένων ερευνητών, όπως ο Γιώργης Λαγκαδινός (διοργανωτής σειράς εκδηλώσεων με συναντήσεις πνευστών οργάνων στη Γέργερη), τουλάχιστον η ασκομαντούρα έχει επανέλθει δυναμικά στο κρητικό μουσικό στερέωμα. Πολλά κρητικά μουσικά συγκροτήματα την εντάσσουν στο πρόγραμμά τους (σε λίγους σκοπούς) και υπάρχουν αρκετοί νέοι παίχτες. Οι περισσότεροι βέβαια τη χειρίζονται ως δεύτερο όργανο και στα πλαίσια ενός μεγαλύτερου συνόλου οργάνων, όλης της κομπανίας, που ακούγονται κατά τη διάρκεια ενός γλεντιού ή μιας μουσικής εκδήλωσης.

Η χρήση της προσδίδει στην κρητική μουσική ένα αρχέγονο ηχόχρωμα, που ταράζει και αφυπνίζει, οδηγώντας το νου του σημερινού ακροατή στα μονοπάτια της θύμησης, εκεί όπου βάδισαν οι πρόγονοί μας.

Εύχομαι να βρούμε μαζί και τα όμορφα στοιχεία της κρητικής μας ταυτότητας, που χρειαζόμαστε ακόμη για να ξαναγίνουμε και να μείνουμε αληθινά ελεύθεροι!…

Το Σύνολο Νυκτών και Τοξοτών Οργάνων Κρήτης στο Ρέθυμνο

Το σύνολο νυκτών και τοξοτών οργάνων στο ΡέθυμνοΤα έγχορδα μουσικά όργανα είναι όπως γνωρίζουμε αυτά που διαθέτουν χορδές όπως η κιθάρα, το βιολί, το βιολοντσέλο, η λύρα, το μπουζούκι, το λαγούτο, το μαντολίνο, το σαντούρι, το κανονάκι και άλλα. Αυτά όμως χωρίζονται στα νυκτά και τα τοξοτά.

Τα νυκτά έγχορδα μουσικά όργανα είναι εκείνα από τα οποία ο ήχος παράγεται με την νύξη των χορδών δηλαδή με το τράβηγμα που γίνεται είτε με τα δάκτυλα είτε με την πένα. Τέτοια όργανα είναι η κιθάρα κλασσική η ηλεκτρική, το μπάσο, το μπουζούκι, το λαγούτο, το μαντολίνο, το κανονάκι, ο μπαγλαμάς και άλλα. Τα τοξοτά έγχορδα μουσικά όργανα είναι από τα οποία ο ήχος παράγεται με δοξάρι το οποίο θέτει σε παλμική κίνηση τις χορδές.

Τέτοια όργανα είναι το βιολί, το βιολοντσέλο, το κοντραμπάσο, η λύρα και άλλα, μπορούν δε να παιχτούν ως νυκτά όλα τα ανωτέρω όταν το απαιτεί ο συνθέτης δηλαδή με την χρήση δακτύλων που στην μουσική ορολογία ονομάζεται pizzicato.

Αυτά τα αναφέρω για να καταλάβουν όλοι περί τίνος πρόκειται όταν μιλάμε για το μουσικό αυτό σύνολο που αποτελείται από ερασιτέχνες κυρίως μουσικούς και το οποίο έχει δημιουργήσει και διευθύνει ο σπουδαίος μουσικός καθηγητής μουσικής και μαέστρος κ. Μιχάλης Μαρακομιχελάκης από το Τυμπάκι.

Το σύνολο νυκτών και τοξοτών οργάνων Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο ιδρύθηκε το 2011 και χωρίς να προσπαθεί να εκτοπίσει νοοτροπίες και παραδόσεις, καταθέτει μια διαφορετική πρόταση μέσα από συλλογική εργασία, σοβαρότητα, γνώση και αγάπη για την ποιότητα.

Ο μαέστρος Μιχάλης Μαρακομιχελάκης δηλώνει «Επιλέξαμε να κοιτάξουμε τις τέχνες και ειδικότερα την μουσική και τον χορό μέσα από μια άλλη οπτική γωνία που δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια της διασκέδασης, μιας και το κάνουν πολλοί και με μεγάλη επιτυχία.

Εμείς πάμε πιο πέρα, εκεί που η τέχνη είναι παιδεία, μόρφωση, ψυχαγωγία. Εκεί που η τέχνη ακουμπάει βαθύτερα την ανθρώπινη φύση και γίνεται τρόπος ζωής».

Το σύνολο νυκτών και τοξοτών την Δευτέρα στις 4 του Σεπτέμβρη στις 21.30 θα βρίσκεται στον κήπο του Ρεθύμνου αποτελούμενο από 70 μουσικούς – χορωδούς οι οποίοι υπό την καθοδήγηση του μαέστρου θα παίξουν μερικά από τα ομορφότερα τραγούδια των τελευταίων δεκαετιών που θα ερμηνεύσουν τρεις από τους κορυφαίους ερμηνευτές μας όπως είναι ο Γιώργος Μανωλιούδης, ο Μιχάλης Αλεφαντινός και ο Βαγγέλης Πυθαρούλης.

Είναι μια μοναδική ευκαιρία για τους κατοίκους της πόλης μας να πάμε να ακούσουμε τα υπέροχα τραγούδια με την καταπληκτική αυτή ορχήστρα και τους σπουδαίους ερμηνευτές
και να ψυχαγωγηθούμε αληθινά πράγμα που τόσο ανάγκη το έχουμε.

Η είσοδος κοστίζει μόνο 5 ευρώ (παιδιά έως 12 ετών δωρεάν) ώστε να μπορούν να πάνε όλοι.

Γιώργος Σηφάκης (Σιμισακογιώργης)

«Λαογραφικό υλικό της προφορικής παράδοσης της Κρήτης»

Αυτό τον τίτλο έχει το βιβλίο που παρουσιάστηκε την Τετάρτη από την Λαογραφική Εταιρεία Ορθέ και το οποίο έγραψαν η κ. Ελένη Δράγαση – Σηφάκη και η κ. Ελένη ΞενικάκηΜαρκάκη αφού πρώτα συγκέντρωσαν στοιχεία ξεκινώντας πριν μια δεκαετία.

simsakos2-paroysiastes

Η κ. Ελένη Δράγαση – Σηφάκη είναι Διδάκτωρ των Επιστημών της Αγωγής, επίτιμη Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και υπηρέτησε την δημόσια εκπαίδευση ως παιδαγωγός και στέλεχος αυτής. Είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Λαογραφικής Εταιρείας Ορθέ Μυλοποτάμου και δραστηριοποιείται στον τομέα του πολιτισμού και της έρευνας.

Η κ. Ελένη Ξενικάκη – Μαρκάκη είναι πτυχιούχος της σχολής νηπιαγωγών Χανίων και του παιδαγωγικού τμήματος της Σχολής Επιστημών της Αγωγής του πανεπιστημίου Ιωαννίνων και έχει εργαστεί ως νηπιαγωγός αρκετά χρόνια , ενώ είναι επίσης ιδρυτικό μέλος και ερευνήτρια της Λαογραφικής Εταιρείας Ορθέ.

Οι δυο αξιόλογες ερευνήτριες σκέφτηκαν πριν μερικά χρόνια να καταγράψουν την προφορική παράδοση της Κρήτης που χάνεται σιγά σιγά καθώς φεύγουν από τη ζωή εκείνοι που την βίωσαν.

Έτσι άρχισαν να καταγράφουν μαγνητοφωνώντας και βιντεοσκοπώντας γυναίκες και άντρες μεγάλης ηλικίας ώστε να διασώσουν τον τρόπο ζωής και εργασίας, τα ήθη και έθιμα, τα παραμύθια, τις παροιμίες, τα τραγούδια και γενικά όσα είχαν κρατήσει στη μνήμη τους με σκοπό κάποτε να εκδώσουν  βιβλίο.

Δεν ήταν τόσο εύκολο διότι οι συντοπίτες τους στους οποίους απευθύνθηκαν είχαν αρχίσει να ξεχνούν κάποια πράγματα η να μην τα θυμούνται όλα, τελικά όμως το αποτέλεσμα τις δικαίωσε.

simisakos1

Το βιβλίο που παρουσίασαν στην όμορφη αίθουσα της επιστημονικής και καλλιτεχνικής Εταιρείας «Ανάδραση» πρόεδρος της οποίας είναι ο κ. Ιάκωβος Σηφάκης με την παρουσία του αντιδημάρχου του δήμου Μυλοποτάμου κ. Μανούσου Κλάδου, του εφημέριου του χωριού παπα Μανώλη Σηφάκη, του απόστρατου υψηλόβαθμου αξιωματικού της αστυνομίας κ. Βασίλη Αποστολάκη, ανθρώπων της εκπαίδευσης και του πολιτισμού  και πλήθος κόσμου.

Τον συντονισμό είχε ο Ορθιανός δικηγόρος κ. Χάρης Καλαϊτζάκης, ενώ μίλησε η επίσης δικηγόρος και πολιτευτής κ. Δώρα Παπαδάκη η οποία έλκει την καταγωγή της από τον Ορθέ και αναφέρθηκε λεπτομερώς τόσο στο περιεχόμενο του βιβλίου όσο και στην αξία της διάσωσης της προφορικής παράδοσης μας, προτρέποντας και άλλους συλλόγους να κάνουν κάτι παρόμοιο.

Τέλος προβλήθηκε βίντεο με μουσική επένδυση του Λειβαδιώτη παραδοσιακού λυράρη Γιάννη Σωπασή (Βρουβογιάννη) ο οποίος ήταν παρών, με πλάνα από το χωριό και κατοίκους του, που περιέγραψαν λεπτομερώς τον τρόπο που καλλιεργούσαν τη γη τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν, την υφαντική τέχνη, την μαγειρική και πολλά άλλα που έχουν σχέση με την παράδοση μας που σιγά σιγά χάνεται και γι΄ αυτό τον λόγο τέτοιες προσπάθειες αξίζουν συγχαρητηρίων.  

Στο τέλος προσφέρθηκε στον αύλειο χώρο παραδοσιακό κέρασμα και ανταλλάχτηκαν απόψεις και ιδέες από τους παρευρισκόμενους στους οποίους προσεφέρθη δωρεάν από ένα βιβλίο, είχαν όμως την δυνατότητα να αγοράσουν για να στηρίξουν τον σύλλογο και να τα κάνουν δώρα. Αξίζει να το προμηθευτείτε διότι το υλικό που υπάρχει μέσα είναι μεγάλης αξίας και να το δώσετε να το διαβάσουν τα παιδιά σας.

Όσοι ενδιαφέρεστε μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου και θα σας δώσω περισσότερα στοιχεία. Κλείνοντας αφού δώσω συγχαρητήρια στις συγγραφείς και ερευνήτριες για το «διαμάντι» που μας παρέδωσαν, αλλά και σε όλους τους Ορθιανούς που στήριξαν την προσπάθεια αυτή καθώς επίσης στους συντελεστές της επιτυχημένης παρουσίασης λέω: 

«Λαός χωρίς παράδοση, θρησκεία, ιστορία,
καράβι ακυβέρνητο, στου χρόνου την πορεία»

                    Γιώργος Σηφάκης (Σιμισακογιώργης)

Δύο Ρεθεμνιώτες άγιοι: ο άγιος Ματθαίος από το Γερακάρι και ο άγιος Αθανάσιος από την Αξό

 

Επιμέλεια: Θοδωρής Ρηγινιώτης

Ο άγιος νεομάρτυς Ματθαίος ο εκ Γερακαρίου, ο εν Ρεθύμνω (18 Αυγούστου)

«Εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και Χριστιανός θ’ αποθάνω».

Οι άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες είναι αναμφίβολα το χριστιανικό καύχημα του ρεθεμνιώτικου λαού. Καύχημα όχι μόνο της πόλης του Ρεθύμνου, όπου μαρτύρησαν (θανατώθηκαν από τους Τούρκους το 1824) και της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, αλλά και της άλλης ρεθεμνιώτικης Μητρόπολης, της Ιεράς Μητροπόλεως Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, απ’ όπου κατάγονταν και όπου είχαν ζήσει, καθώς και άλλων περιοχών του τόπου μας, με τις οποίες συνδέονταν.

Βέβαια, αγίους έχει κι άλλους το Ρέθυμνο, και η πόλη και τα χωριά μας. Γι’ αυτούς μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, στο Διαδίκτυο (imra.gr), στην ενότητα «Τοπική Αγιολογία».

Πάντως, από την εποχή της Τουρκοκρατίας – και μάλιστα από τα πρώτα χρόνια της, περίπου 125 χρόνια πριν τους Τέσσερις Μάρτυρες – έχουμε και έναν πέμπτο άγιο μάρτυρα, που ζούσε στην πόλη του Ρεθύμνου και όμως ως Ρεθεμνιώτες μάλλον δεν τον έχουμε τιμήσει όσο του αξίζει. Είναι ο άγιος Ματθαίος από το Γερακάρι Αμαρίου, που θανατώθηκε από τους Τούρκους, μετά από προδοσία της συζύγου του, σε ηλικία περίπου 27-30 ετών, το 1697 ή το 1700 (μόλις 50 χρόνια περίπου από την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Τούρκους, που έγινε το 1646), και γιορτάζει στις 18 Αυγούστου.

Η τοποθεσία της ταφής του στο Γερακάρι διασώθηκε στην τοπική παράδοση, με την ονομασία «του Μαθιού το μνήμα». Η δικαστική απόφαση της εκτέλεσής του από τους Τούρκους εντοπίζεται στο βιβλίο Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης, 17ος – 18ος αιώνας, που εκδόθηκε από τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου το 1995 με επιμέλεια του τότε διευθυντή της κ. Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου.

Εκεί, στις σελίδες 117-118, γράφει:

«1 Μαρτίου 1112 (1700). Αναφορά Αϊσές θυγατρός του Αβδουλλάχ πρώτου των κρεοπωλών (κασάπμπαση) κατοίκου της πόλεως Ρεθύμνης της συνοικίας Γιαλί.

Η ταπεινή αναφορά μου είνε η εξής: “Προ ενός έτους, ενώπιον του υψηλού ιεροδικαστηρίου, ηξιώθη να δεχθή την θρησκεία του Ισλάμ ο εκ των κατοίκων του χωρίου Γερακάρι της επαρχίας Αμαρίου ο Μαθιός, υιός του παπά Γεώργη, με τον οποίον συνεζεύχθην. Από καιρού παρετήρουν μερικάς συνηθείας του αντικειμένας εις την θρησκείαν του Ισλάμ, αλλά δεν απέδωκα σημασίαν. Προ ολίγου όμως χρόνου τον είδα να κάνη τον σταυρόν του. Τον παρηκολούθησα ολίγες ημέρες και τον έβλεπα με τα μάτια μου, να κάνη το σημείον του Σταυρού κάθε πρωΐ και κάθε βράδυ.

Μια μέρα απεφάσισα να τον ερωτήσω. Και εις απάντησιν μου λέγει: «Εγώ εγεννήθηκα Χριστιανός και έχω συνηθίσει να κάνω τον σταυρό μου το πρωΐ και το βράδυ». Τον ερωτώ πάλιν: «Τώρα είσαι Χριστιανός ή Μουσουλμάνος;». Χωρίς να διστάση καθόλου μου απήντησεν: «Εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και Χριστιανός θ’ αποθάνω».

Του είπα ότι θα το φανερώσω εις τον πατέρα μου, αυτός δε άνοιξε την πόρτα, εβγήκε, την έκλεισε με θυμόν και έφυγε. Το φανερώνω ενώπιον του Ιεροδικείου και ζητώ να εφαρμοσθή ο θρησκευτικός νόμος”.

Ο Ιεροδίκης Χατζή Αλή Εφέντης ζητώ την προσαγωγήν του.

Τον προσήγαγεν ο κλητήρ του Ιεροδικείου. Ερωτηθείς ενώπιον του Ιερού Νόμου και των κατωτέρω υπογεγραμμένων μαρτύρων απήντησε χωρίς να διστάση: «Εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και Χριστιανός θ’ αποθάνω». Το είπε κατ’ επανάληψιν. Μετά την ομολογίαν του επώπιον του Ιεροδικείου και των μαρτύρων πρέπει ν’ αποκεφαλισθή, κατά τον Ιερόν Νόμον. Αλλά, συμφώνως προς την γνωμοδότησιν του μεγάλου Ιεροδιδασκάλου Ιμάμη Αζάμ, δέον να επαναληφθή προς αυτόν η ερώτησις αν μετανοή και αν δέχεται την θρησκείαν του Ισλάμ ή αν προτιμά ν’ αποθάνη.

Τον ερωτώ πάλιν. Και με βραχνήν και σιγανήν φωνήν απαντά: «Εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και Χριστιανός θ’ αποθάνω».

Ούτω απελογήθη. Επειδή μετά την ομολογίαν του ενώπιον του Ιερού Δικαστηρίου και ενώπιον των μαρτύρων επιβάλεται ν’ αποκεφαλισθή. Αποφασίζω: να κοπή (αποκεφαλισθή).

Οι Μάρτυρες: Μεχμέτ του Αλή, υποδηματοποιός. Χατζή Αλή του Σαπρή, κουρεύς. Χατή Χασάν Χαλήλ του Βελή. Ιμβραΐμ Σατήρ του Μεχμέτ.

Ο Ιεροδίκης: Χατζή Αλή Εφέντης.»

Στο βιβλίο υπάρχουν οι παραπομπές:

Εφημερίδα «Βήμα Ρεθύμνης», φύλλο 316, 25.12.1931.

Σπύρου Απ. Μαρνιέρου, «Ένας άγνωστος μάρτυς της πίστεως», Κρητολογικά Γράμματα 7/8 (1993), σσ. 3-6.

Επίσης στον άγιο αναφέρεται η εργασία του π. Μ. Λίτινα, «Ο Άγιος Νεομάρτυς Ματθαίος ο εκ Γερακαρίου», Αφιέρωμα στους Αγίους του τόπου μας, όπου παραπέμπει ο π. Παντελεήμων Σακελλαρίδης, στην πτυχιακή του εργασία «Άγιοι και Όσιοι της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου», Ρέθυμνο 2009, σσ. 37-38, όπου γίνεται αναφορά στον άγιο.

Το 2016 ο Σύλλογος Ενεργών Πολιτών Ρεθύμνου «Σύνπολις» τον ανακήρυξε προστάτη άγιό του και η μνήμη του εορτάστηκε πανηγυρικά στον ιερό ναό Κυρίας των Αγγέλων στην Παλαιά Πόλη του Ρεθύμνου. Το ίδιο συνέβη και φέτος (2017), παρουσία του μητροπολίτη Ρεθύμνης Ευγένιου, όπου για τον άγιο μίλησε ένας από τους σημαντικούς Ρεθεμνιώτες λόγιους της εποχής μας, ο κ. Μιχάλης Τρούλης. Παρόμοια η μνήμη του αναμένεται να τιμάται κάθε χρόνο στο Ρέθυμνο, όπου μαρτύρησε, όπως τιμάται και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Γερακάρι.

Η περίπτωση του αγίου Ματθαίου, και όλων των μαρτύρων του τόπου μας, έχει κάτι να μας πει, επειδή πολλές φορές αρνούμαστε την πίστη των πατέρων μας χωρίς να μας απειλεί κανείς. Ας έχουμε υπόψιν ότι και σήμερα στη Συρία και σε άλλες χώρες της Ασίας και της Αφρικής χριστιανοί βασανίζονται και θανατώνονται για την πίστη τους.

Ο άγιος Αθανάσιος Πατελάρος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο εκ της Αξού (21 Αυγούστου)

agios-athanasios-axosΟ άγιος Αθανάσιος Πατελάρος καταγόταν από το χωριό Αξός Μυλοποτάμου Ρεθύμνης και, αφού αρχικά μόνασε στο Άγιο Όρος, εκλέχθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τα έτη 1631-34 και στη συνέχεια πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Οικουμενικός Πατριάρχης) για μικρά χρονικά διαστήματα το 1634 και το 1652, κατά την ταραγμένη περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Χάνοντας το αξίωμά του, επέστρεψε στο Άγιο Όρος και στη συνέχεια περιπλανήθηκε στα τουρκοκρατούμενα Βαλκάνια και κοιμήθηκε το 1654 στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του Λούμπνι, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, όπου ενταφιάστηκε καθιστός, κατά το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ήταν εξαιρετικά μορφωμένος, ποιητής, υμνογράφος, συγγραφέας και μεταφραστής. Ο τάφος του ήταν πηγή αγιάσματος και ιαμάτων, ενώ το 1662 έγινε ανακομιδή των λειψάνων του (εκταφή του) και το σώμα του ανακαλύφθηκε άφθαρτο και ευωδιάζον. Η Ρωσική Εκκλησία (στην οποία υπάγεται η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας) αναγνώρισε την αγιότητά του το ίδιο έτος και ο λαός της Ουκρανίας τον τιμά ιδιαίτερα, χαρακτηρίζοντάς τον «ο Καθήμενος», λόγω της στάσης, στην οποία ακόμη και σήμερα φυλάσσεται το ιερό σκήνωμά του (το σώμα του).

Η μνήμη του πανηγυρίζεται με τη λαμπρότητα που του ταιριάζει στο ναό του, στον τόπο καταγωγής του, την Αξό. Ο ναός αυτός εγκαινιάστηκε στις 21 Αυγούστου 2008 από τον κρητικής καταγωγής Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο, με ενέργειες του οποίου – ως επισκόπου, τότε, Κυρήνης και έξαρχου του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Οδησσό της Ουκρανίας – είχε έρθει στην Αξό το πρώτο απότμημα του ιερού λειψάνου του το 1993.

Η Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου αφιέρωσε στον άγιο το Ημερολόγιο 2015, όπου περιλαμβάνονται πολλές εικόνες του, ιστορικές φωτογραφίες και αναλυτική βιογραφία του, γραμμένη από τον καθηγητή αγιολογίας στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου Κρήτης κ. Εμμανουήλ Δουνδουλάκη.

«Εναλλακτικές διακοπές», ελληνικές, γεμάτες σοφία, αυτογνωσία και γαλήνη

Θ. Ι. Ρηγινιώτης

Αυτές είναι οι καλοκαιρινές διακοπές των ανθρώπων που συμμετέχουν στις υπέροχες, αρχαίες και γεμάτες σοφία εορτές των αγίων του καλοκαιριού, ιδιαίτερα του τέλους του Ιουλίου (Προφήτη Ηλία, αγίας Άννας, αγίας Παρασκευής, αγίου Παντελεήμονα, αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου) και των πρώτων 15 ημερών του Αυγούστου (και όχι μόνο).

θρησκευτικός τουρισμός

Των ανθρώπων που συμμετέχουν στον εσπερινό, στις νυχτερινές και τις πρωινές λειτουργίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε στους ναούς των πόλεων και των χωριών μας, είτε στα εξωκλήσια και τα μοναστήρια μας, και στις παρακλήσεις της Παναγίας, που ψάλλονται τα πανέμορφα βράδια του δεκαπενταύγουστου, μέχρι την Κοίμησή της.

Βλέπετε, πολιτιστικές εκδηλώσεις δεν κάνουν μόνον οι δήμοι και οι πολιτιστικοί σύλλογοι, αλλά και η Εκκλησία: είναι οι γιορτές της.

Ποιες ενορίες και ποια χωριά γιορτάζουν είναι εύκολο να το πληροφορηθούμε από τις ανακοινώσεις στις τοπικές εφημερίδες ή γενικά με μια μικρή έρευνα.

Παρακάτω, συμπληρώνουμε ένα απόσπασμα από το παλαιότερο άρθρο μας Οι θρησκευτικές εορτές ως παράγοντας ποιότητας ζωής, που δημοσιεύεται στο Διαδίκτυο (εδώ):

«Στον πολιτισμό μας, τον ελληνικό, το ρωμαίικο (και ρωμαίικο = ό,τι κοινό στοιχείο μοιραζόμαστε με τους άλλους ορθόδοξους λαούς της Γης), ο χρόνος είναι γεμάτος γιορτές. Γιορτές του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων μας, που είναι δικοί μας, ορθόδοξοι, όπως κι εμείς, και πολύ συχνά έζησαν στα ίδια μέρη που ζούμε κι εμείς οι ίδιοι.

Η πιο συχνή ορθόδοξη γιορτή, που έρχεται ξανά και ξανά κάθε εβδομάδα και είναι από τις μεγαλύτερες της χριστιανοσύνης (ισότιμη με το Πάσχα!) είναι η μέρα της Κυριακής. «Κυριακή ημέρα» σημαίνει «ημέρα του Κυρίου», δηλ. του Ιησού Χριστού. Είναι η μέρα που πηγαίνουμε στη λειτουργία, μια τελετή επανάληψης του Μυστικού Δείπνου, που μας ενώνει με όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς όλων των λαών, ακόμη και με τις ψυχές των νεκρών μας, με τους αγίους, τους αγγέλους, την Παναγία και το Χριστό (όλοι – ουρανός και γη – συμμετέχουν στην κυριακάτικη λειτουργία, όπως το είδε και ο άγιος απόστολος Ιωάννης στην Αποκάλυψη «εν τη Κυριακή ημέρα», Αποκ. 1, 10). (…)

Εκτός αυτού, γενικά οι θρησκευτικές μας γιορτές είναι ένας σημαντικός παράγοντας που δίνει ποιότητα στη ζωή μας, ιδιαίτερα στις παραδοσιακές εποχές, όταν οι άνθρωποι όχι απλά τις γιόρταζαν με ενθουσιασμό, αλλά κυριολεκτικά καθόριζαν το καθημερινό τους πρόγραμμα με βάση τις γιορτές και τις νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που είμαστε εμείς οι ίδιοι («Εκκλησία» = εμείς ενωμένοι, όλοι μαζί).

Το όφελος από τις γιορτές αυτές έχει και κοινωνικές αιτίες και πνευματικές.

Οι κοινωνικές: Με τις γιορτές, ιδιαίτερα αυτές που είναι και αργίες (σχόλες) ή που γιορτάζουν οι άγιοι του χωριού μας ή της ενορίας μας, σπάει η μονοτονία της καθημερινότητας και οι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η λέξη: να γιορτάσουν! Και μάλιστα να γιορτάσουν όλοι μαζί, να περάσουν χρόνο με την οικογένειά τους, αλλά και να συναντηθούν στην εκκλησία – και αργότερα, σε παρεάκια ή στο πανηγύρι, που κάποτε βέβαια δεν ήταν μαζικοποιημένο, απρόσωπο και εμπορικό – με ολόκληρη την τοπική κοινωνία, στην οποία ζούσαν, και να έρθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλο.

Επίσης, όχι απλά ξεκουράζονται από την εργασία τους, αλλά – το σπουδαιότερο – συνειδητοποιούν πως δεν είναι ζώα (που δεν έχουν γιορτές και αργίες), ούτε σκλάβοι, υποβιβασμένοι στο επίπεδο του ζώου, αλλά ελεύθεροι Άνθρωποι, που έχουν το δικαίωμα να ξεκουραστούν και να γιορτάσουν όταν θέλουν. Και μάλιστα Άνθρωποι που συνδέονται με το Θεό, γιατί οι δικές μας οι γιορτές είναι γιορτές του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων, με τους οποίους συνδεόμαστε κατά τον εορτασμό τους, και όχι άσχετες γιορτές, που δεν μας εκτοξεύουν στον ουρανό, όπως οι σύγχρονες «Παγκόσμιες Ημέρες», που εισαγάγαμε απ’ έξω.

Επίσης έρχονται σε επαφή με μερικά από τα ωραιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (τα υμνογραφικά έργα της Εκκλησίας των μεγάλων εορτών και γύρω από αυτές, όπως οι παρακλήσεις της Παναγίας κτλ), πράγμα που κάποτε – που οι άνθρωποι έδιναν προσοχή, παρά τη διαφορά στη μορφή της γλώσσας, που σήμερα έχουμε τόσο τραγικοποιήσει παρότι διδασκόμαστε αρχαία ελληνικά από την α’ Γυμνασίου – συνέβαλλε καθοριστικά στην καλλιέργειά τους & στο μορφωτικό τους επίπεδο!

Και οι γιορτές μας βέβαια είναι Παγκόσμιες Ημέρες: δεν υπάρχει τίποτα πιο παγκόσμιο από το Χριστό, από τη Γέννηση και την Ανάστασή Του κι από το ότι κάποιοι άνθρωποι (με τη ζωή τους ή με το μαρτύριό τους) έγιναν άγιοι και μας προσκαλούν κι εμάς στην αγιότητα. Όλα αυτά ενώνουν τους ανθρώπους, δεν τους χωρίζουν. Αυτό το τελευταίο είναι ο πνευματικός λόγος, που οι θρησκευτικές μας γιορτές προσδίδουν ποιότητα στη ζωή μας και στη ζωή της οικογένειάς μας και γενικότερα στην κοινωνία μας: ότι αποτελούν πηγές θείας χάριτος και γέφυρες που συνδέουν (πραγματικά, όχι συμβολικά) τη γη με τον ουρανό…».

Τιμή σε στυλοβάτες του ριζίτικου στην Αση Γωνιά

Το ριζίτικο τραγούδι γεννήθηκε και ανδρώθηκε στις ρίζες των πολυάριθμων βουνών της δυτικής Κρήτης, τραγουδήθηκε όμως και στα χωριά του Ρεθύμνου και Ηρακλείου που βρίσκονται στη ρίζα του Ψηλορείτη και του Κέντρους. Κατά τη γνώμη μου είναι ότι πιο αυθεντικό υπάρχει σήμερα και θα το χαρακτήριζα ζωντανή παράδοση με ρίζες στα βυζαντινά χρόνια.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τιμή σε στυλοβάτες του ριζίτικου στην Αση Γωνιά»

Στο γραφικό εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στη Δρύμισκο

Στο γραφικό εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στη Δρύμισκο του δήμου Αγίου Βασιλείου έγινε και φέτος λειτουργία την ημέρα της εορτής του άγιου δηλαδή την Πέμπτη στις 20 του Ιούλη.

 

Ο πατήρ Παύλος Στεφανάκης τέλεσε με ευλάβεια την λειτουργία, μοίρασε αντίδωρο και άρτους και ευχήθηκε σε όλους τους παρευρισκόμενους χρόνια πολλά με υγεία και ο Προφήτης Ηλίας να είναι δίπλα μας.

Στη συνέχεια ο κτήτορας του ναού Κώστας Σταυριανάκης, γιος του αείμνηστου ιερέα Μιχάλη Σταυριανάκη πρόσφερε παραδοσιακό γεύμα με νόστιμα και καλοψημένα εδέσματα. Ο βόρειος δροσερός άνεμος που συνήθως φυσά στην περιοχή εμπόδισε τον ήλιο να γίνει καυτός και όλοι απόλαυσαν το φαγητό και το ντόπιο κρασί.

profiti-ilia-drymisko (2)Παρών και ο Σιμισακογιώργης η μητέρα του οποίου είναι από το διπλανό χωριό Κεραμέ, που φεύγοντας είπε μια μαντινάδα:

Στου Άη Λιά εσμίξαμε κι οφέτος το ξωκκλήσι
δε ‘φήνουμε τα έθιμα κιανείς να καταλύσει.