ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ι ΤΣΙΡΙΜΟΝΑΚΗΣ

Κρήσσες Λέξεις (14)

Του Ματθαίου Ιωάν. Τσιριμονάκη

Συλλογή από Κρήσσες Λέξεις (14ο)

γάνι-γλανιό,το: παιδί (τουρκ.), φρ. «ούλα τα γλάνια του χωριού είναι εκειά ναι μαζωμένα».

Γκιριτλής,ο: Κρητικός(τουρκ.), φρ. «εμείς ούλοι οι Γκιριτλήδες θα ξεσηκωθούμε και δεν υποφέρουμε τσοι Τούρκους».

γλάνα,η: κορίτσι (τουρκ.), φρ. «δε πρεμαζώνει τη γλάνα σου και σαφή πορίζει απού το σπίτι».

γλάνι,το-γλάνης,ο: αγόρι, φρ. «πως τα βγάνει πέρα ο δάσκαλος με τοσανά γλάνια».

γλαντώ: αγναντεύω, φρ. «από τα’ αόρη απού βόσκω τα ωζά γλαντώ το γυαλό».

γλεντούσης,ο: γλετζές(τουρκ.), φρ. «πολλά γλεντούσης είναι ο γαμπρός σου και θωρώ πως θα απομείνει στο δρόμο η θυγατέρα σου».

γλοινήτης-γλοιτσήτης,ο: είδος μανιταριού με γλοιώδη κορυφή, φρ. «βρήκε, ο αφέντης σου, κάμποσους γλοινήτες και τσοι μαζώνει στο χωράφι».

γοβατζής.ο: κατασκευαστής γόβας(τουρκ.), φρ. «πάω στο γοβατζή να μου πάρει μέτρα για τσι γόβες απού θα βάλω στη βάφτιση του κοπελιού μας».

γουσρουλαμάς-γρουσουσλεμές,ο: γρουσούζης(τουρκ.), φρ. «ίντα γουρσουλαμάς είσαι μπρε αδερφέ, απ’ όντεν έκατσες στο τραπέζι χάνω στο κουμάρι».

γραντίζω-ογραντίζω-εγραντίζω: 1.μπλέχνω, βρίσκω μπελά(τουρκ.), φρ. «έτσα απού γυρίζεις από καφενέ σε καφενέ θα γραντίσης κιαμμιά φορά». 2. δαιμονίζομαι, αρρωσταίνω, φρ. «γραντισμένο είναι το κοπέλι σου μόνο να το πας στο παπά να το διαβάση».

γράντισμα-ογράντισμα,το-γραντισμός,ο: κακουχία, δαιμονισμός(τουρκ.), φρ. «δε θωρείς το γραντισμό απού έχει το κοπέλι σου άμε το να το δη κιανείς γιατρός».

γρετιδικός-ερετιδικός-εγρετιδικός-ρετιδικός-δρετιδικός-η-ο: προσωρινός, πρόχειρος, φρ. «γρεντίδικος είναι ο εργάτης απού πήρα, δε γατέω άνε τονε κρατήξω».

γρι-ξι(πάω): ενεργώ εχθρικά(τουρκ.), φρ. «γρι-ξι πάει κι έρχεται ο αγάς στο τόπο μας, δεν κατέχω ίντα ‘χει το νου ντου».

γυρομπεντενιάζω: περιτειχίζω(τουρκ.), φρ. «κατέχεις κιανένα καλό μάστορα να μου γυρομπεντενιάση την αυλή του σπιθιού μου».

γυροτελιάζω: περιφράζω με συρματόπλεγμα(τουρκ.), φρ. «να γυροτελιάσης τ’ αμπέλι σου να μη μπαίνουνε τα ωζά του καθενειούς να το τρώνε».

δετάδα-ντετάδα,η: λιθόχτιστος τοίχος χωρίς υλικό που να συνδέει τους λίθους γύρω από τα χωράφια, φρ. «άντε να σηκώσομε μια δετάδα να μη κατρακυλήσουνε τα χώματα του χωραφιού μας».

δέκαλλο,το: κέρδος, συγκέντρωση αγαθών, φρ. «να σου δώσω το δέκαλλο από την εργασία μου».

δεφεντέρω: υπερασπίζομαι(ιταλ.), φρ. «δια τούτο να δεφεντέρης εμένα και τα δικαιώματα μου».

διαβάζω(κάποιον): διδάσκω, φρ. «τσοι διαβάζει καλά ο δάσκαλος μα αυτοί που μυαλό να μάθουνε κάμποσα γράμματα».