Το τραγούδι«Βοσκαρουδάκι Αμούστακο» κυκλοφόρησε από το Ρεθεμνιώτη λυράρη Κωστή Μουντάκη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 σε ένα δισκάκι βινυλίου 45 στροφών και είναι μια διασκευή του στο ποίημα του Κωστή Φραγκούλη (Ανταίου) με τίτλο «Αποθυμιά», μέσα από τη συλλογή με ποιήματα με γενικό τίτλο «Τα Δίφορα». Η μουσική είναι παραδοσιακή.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε από τη Μίνως (MINOS 5287) και είχε από τη μία πλευρά το «Βοσκαρουδάκι Αμούστακο» (Κοντυλιές Μυλοποτάμου) και από την άλλη το «Κρητικοπούλα μου» (Καλαματιανός). Αργότερα το τραγούδι αυτό ο Κωστής Μουντάκης το συμπεριέλαβε και σε δίσκο 33″, ενώ περιέχεται και σε συλλογές με τραγούδια του καλλιτέχνη.

Ας δούμε τους στίχους. Από το «Βοσκαρουδάκι» στα αριστερά, από τα «Δίφορα» του Κωστή Φραγκούλη στα δεξιά:

Βοσκαρουδάκι ΑμούστακοΑποθυμιά

Βοσκαδουράκι αμούστακο στ’ αόρι απού γυρίζω,
με το σεβντά σου, αγάπη μου, στέκω και ντουσουντίζω

Να σ’ εύρισκα στην ερημιά μια μέρα που να βρέχει
μα να ’ναι τόπος άβολος, σπηλιάρι να μην έχει

Να ’ρχεται μπόρα δυνατή να μη μπορ’ αποσκιάσεις
και να φοβάσαι αμοναχή μη φύγω και με χάσεις.

Ν’ αστράφτει, να κουφοβρoντά, να ρίχνει κουκοσάλι
και ξεπαπούτσωτη να ’ρθεις στην εδική μου αγκάλη

Ν’ ανοίξω το ρασούλι μου να σε σφυχταγκαλιάσω
την αναπνιά σου να γροικώ, τη μέση σου να πιάσω

Να σου σκεπάσω από κορφής τα κατσαρά μαλλιά σου
Να σε κρατώ και να γροικώ τσοι χτύπους τση καρδιάς σου

Να λέω, Παναγία μου, ποτέ μην ξαστεριάσει
και μπόρα να ξημερωθεί και να ξαναβραδιάσει
ποιος βρίχνει τέτοιο θησαυρό και αφήνει να τον χάσει

Ήλιος ποτέ μην ξαναβγεί, φεγγάρι μην απλώσει,
το μυστικό τσ’ αγάπης μας μην το ξεφανερώσει…

Στην εξοχή να σ’ έβρισκα μια μέρα που να βρέχει
και να ‘ναι ο τόπος άβολος σπηλιάρι να μη βρίσκεις,
μήτε δεντρό για να σταθείς γη δέτη ν’ αποσκιάσεις.

Ν’ αστράφτει ο Θιός και να βροντά να ρίχνει αστροπελέκι
και να φοβάσαι αμοναχή για να ’ρθω από κοντά σου
ν’ απλώσω το ρασίδι μου  τσοι δυό μας να τυλίξει,
να βγάλω το μαντήλι μου  στον ώμο σου να ρίξω
και το μεϊντανογέλεκο ζιπόνι να το βάλεις.

Να σ’ αγκαλιάσω μην εργάς κρυάδα μη σε πιάσει
κι τραχηλιά σου μη γραθεί κι ο κόρφος σ’ ανεδώσει.

Και μέσα στ’ αστραπόβροντο και τη βοή τ’ αέρα
η αναπνιά μας να σμιχτεί κι η εμιλιά να τρέμει.

Κι αν βλαστημήξω τον καιρό να μη μου το πιστεύψεις
καντήλια τάσσω των αγιώ, μέσα μου, να μη βριάσει…

Ο Κωστής Φραγκούλης, γεννήθηκε στη Λάστρο, της επαρχίας Σητείας, το 1905. Σε ηλικία 16 ετών, πήγε στο μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο, διαλέγοντας να γίνει τυπογράφος.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος τον έβγαλε από τη σειρά του, αλλά αφού κατάφερε να γυρίσει από το Αλβανικό μέτωπο, και πέρασε τα χρόνια της κατοχής στη Λάστρο, γύρισε στο Ηράκλειο και συνέχισε να εργάζεται ως τυπογράφος. Λίγα χρόνια μετά, απέκτησε το δικό του, τυπογραφείο, το οποίο λειτούργησε για χρόνια με τη φίρμα «Ανταίος».

Το ίδιο ψευδώνυμο χρησιμοποιούσε στη συνέχεια, για 35 έτη στο χρονογράφημα «Λόγοι και αντίλογοι» στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Ηρακλείου, ενώ για πολλά χρόνια η φωνή του πέρναγε και μέσα από το ραδιόφωνο, φθάνοντας σε όλους εμάς, όχι μόνο με το κείμενο, αλλά και με τον τρόπο που διάβαζε τα γραφτά του.

Έργο ζωής, αποτέλεσαν για τον Ανταίο τα ΔΙΦΟΡΑ (τόμος 1 & 2). Ο πρώτος τόμος τυπώθηκε το 1961 στο Ηράκλειο από τον ίδιο τον ποιητή και ο δεύτερος περίπου είκοσι χρόνια αργότερα. Πρόσφατα ανατυπώθηκαν και οι δύο τόμοι από το γιο του, Στέλιο Φραγκούλη. Ο Κωστής Φραγκούλης έφυγε απ τη ζωή πλήρης ημερών στις 12 Φεβρουαρίου 2005.

Για τον Κωστή Μουντάκη μπορείτε να διαβάσετε στη σχετική δημοσίευση.

Ο Παπα Στεφανής ο Νίκας, γράφει σε σχετικό άρθρο του για το θέμα αυτό…

«…θεωρούμε και τον Κ. Μουντάκη κορυφαίο κρητικό λυράρη και τραγουδιστή. Συνέθεσε σημαντικές μελωδίες. Πάν’ απ’ όλα όμως ήταν ο πιο δόκιμος διασκευαστής παραδοσιακών μελωδιών. Αλλά και οι στίχοι πού επέλεγε να τραγουδήσει ήταν ποιοτικοί και ειπωμένοι κατά το μάξιμουμ – στην κρητική διάλεκτο. Αρκετά στιχουργήματα – επώνυμα ή παραδοσιακά ανώνυμα -τα τραγούδησε, αφού προηγουμένως τα διασκεύασε επιτυχημένα.

Γνώριζε την ύπαρξη του πρώτου βιβλίου των «Διφόρων» του Κ. Φραγκούλη και το χρησιμοποίησε, απ’ όσο γνωρίζουμε οκτώ φορές. Άλλους στίχους τους τραγούδησε απαράλλακτους, άλλους διασκευασμένους, ενώ από κάποια άλλα στιχουργήματα διάλεξε λέξεις ή εκφράσεις. Όλα πάντως έγιναν επιτυχίες και κλασικά. Αυτό το αλισβερίσι – είναι απόλυτα φυσικό – βοήθησε και το στιχουργό, αφού τα στιχουργήματά του έγιναν γνωστά σε πολύ κόσμο, και το λυράρη, λόγω της υψηλής τους ποιότητας.

Εκείνες βέβαια τις δεκαετίες – μέχρι το 1980 περίπου, οι τραγουδιστές συνήθιζαν να μην αναφέρουν το όνομα του στιχουργού ή του συνθέτη και γενικά τις πηγές του τραγουδιού τους. Έτσι φαίνονταν εκείνοι μοναδικοί δημιουργοί των τραγουδιών, αποκομίζοντας και τα ανάλογα οφέλη σε χρήματα και δόξα. Ο κόσμος πάντως, ούτε ρωτούσε, ούτε τον ενδιέφερε το θέμα της πνευματικής ιδιοκτησίας των τραγουδιών που άκουγε.

Εκείνο που μετρούσε ήταν αν του άρεσαν τα τραγούδια. Οι στιχουργοί έδιναν τους στίχους τους στους τραγουδιστές, χωρίς να ζητούν να αναφέρεται τ’ όνομά τους. Τους αρκούσε ή ηθική ικανοποίηση να τραγουδηθούν τα δημιουργήματά τους. Στην περίπτωση ωστόσο του Κ. Μουντάκη και του Κ. Φραγκούλη, ο πρώτος έκανε χρήση των στίχων του δεύτερου αυτοβούλως. Και παρά το αντικανονικό αυτής της ενέργειας, ωφελήθηκαν και οι δύο: ο λυράρης βραχυπρόθεσμα, κι ο στιχουργός μακροπρόθεσμα. Σε τελική ανάλυση ωφελήθηκαν οι Κρητικοί και το στοκ της τραγουδιστικής μας παράδοσης».

Ο Λασιθιώτης μουσικός και τραγουδιστής Γιάννης Χαρούλης συμπεριέλαβε το «Βοσκαρουδάκι» στο δίσκο του με τίτλο «Χειμωνανθός» που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2006, δίνοντας την ευκαιρία σε κρητικούς και μη, είτε να θυμηθούν είτε να γνωρίσουν το υπέροχο αυτό τραγούδι, που πλέον έχει γίνει μία από τις πλέον τραγουδισμένες μελωδίες στις ζωντανές εμφανίσεις του καλλιτέχνη.

του Κώστα Βασιλάκη