Θανάσης Σκορδαλός: O Μεγάλος Δάσκαλος!

Για πολλούς Κρητικούς το όνομά του είναι το συνώνυμο της λύρας. Όχι άδικα, καθώς μαζί της αναδείχτηκε ως ένας απ’ τους σημαντικότερους συντελεστές της κρητικής μουσικής κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και αναδείχτηκε σε θρύλο στη διάρκεια της ζωής του.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Σκορδαλός: O Μεγάλος Δάσκαλος!»

Έφυγε από την ζωή ο Γιάννης Μαρκογιαννάκης (Μαρκογιάννης)

Γιάννης Μαρκογιαννάκης (Φώτο: Γιώργος Γαβαλάς)

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, ο μεγάλος Κρητικός μουσικός (λαγουτιέρης) Γιάννης Μαρκογιαννάκης, γνωστός και ως Μαρκόγιαννης.

Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη 30 Μαρτίου και ώρα 3 μ.μ. στο Ιερό Ναό Παναγίας Μασταμπά Ρεθύμνου.

Η σορός του θα μεταφερθεί στο ναό από την 1 μ.μ.

Ο ίδιος, σε αυτοβιογραφικό σημείωμα του (από το ένθετο του δίσκου «Εκεί Ψηλά», Σείστρον 2005) είχε αναφέρει για τη ζωή του:

«Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο. Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου.

Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.

Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του’ λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.

marko- (1)

Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.Το 1946 γράψαμε τον πρώτο μας δίσκο «Μόνο εκείνος π’ αγαπά» και συνεχίσαμε την συνεργασία μας και τη δισκογραφία για 30 χρόνια, γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες.

Το 1958 πήγαμε στην Αμερική καλεσμένοι της «Παγκρητικής» και μείναμε ένα χρόνο. Επιστρέφοντας και πάλι στη Κρήτη έκανα δισκογραφία και έπαιξα με μεγάλους λυράρηδες. Ποιους να πρωτοθυμηθώ; Τον Καρεκλά από το Ρέθυμνο, τον Κώστα Μουντάκη από την Αλφά με τον οποίο γράψαμε το δίσκο «Μάχη της Κρήτης». Με τον Λεωνίδα Κλάδο από τα Πλατάνια Αμαρίου που είχαμε χρόνια συνεργασίας γράψαμε το δίσκο «Όταν κοιμάται ο δυστυχής» με ερμηνευτή τον καθηγητή Γιάννη Χαχαριδάκη από τις Μέλαμπες, τον Αλέκο Καραβίτη από τα Ακτούντα, τον Γιώργο Μουζουράκη από τη Παντάνασσα, τον Γιώργο Καλογρίδη από το Σπήλι με τον οποίο γράψαμε και το Κεφαλοβρυσανό συρτό και άλλα, το Νίκο Παπαδογιάννη απ’ την Αγιά Μυλοποτάμου με τον οποίο κάναμε και δισκογραφία, τον Πλακιανό από τις Καλύβες Αποκορώνου, το Γεράσιμος-ΜαρκογιάννηςΓεράσιμο Σταματογιαννάκη από τα Ακούμια που γράψαμε το πρώτο μας δίσκο «Στο ψεύτη κόσμο οι ομορφιές» και εν συνεχεία γράψαμε κι’ άλλους, το Ροδάμανθο Ανδρουλάκη από το Αμάρι, το Λυρατζαντώνη από τις Μέλαμπες, τον Γιάννη Γιουλούντα από τις Πρασές, τον Φραγκή από το Τυμπάκι, το Γαβρίλη από τα Πιτσίδια, το Μανόλη Λουμπάκη από τον Κρουσσώνα, τον Κώστα Φωτάκη από το Αποδούλου Αμαρίου, το Νίκο Φακιδάρη από το Πέραμα, τον Ανδρέα Κορώνη από το Γεράνι Ρεθύμνου, τον Ηρακλή Σταυρουλάκη από την Επισκοπή Πεδιάδος, τον Παντελή Σταυρουλάκη από το Χάρακα με τον οποίο γράψαμε ένα δίσκο, το Νίκο Κολιακουδάκη από τον Αποκόρωνα με τον οποίο επίσης έγραψα ένα δίσκο, το Μιχάλη Βαβουράκη από την Κρύα Βρύση, το Νίκο Ντουρουντουδάκη από τα Μυριοκέφαλα, τον Αλέκο Πολυχρονάκη από τους Βόρους και το Γιώργο Αυγενάκη από το Σπήλι.

Γύρω στο 1960 ξεκίνησα τη συνεργασία μου με τον Σπύρο Σηφογιωργάκη η οποία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο πρώτος δίσκος που κάναμε μαζί ήταν «ο φάρος» και συνεχίσαμε μεγάλη δισκογραφία.

Κάναμε μεγάλες επιτυχίες και διασκεδάσαμε τους Κρήτες τις διασποράς σε όλο τον κόσμο (Αμερική, Καναδά, Αυστραλία Αφρική, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρο, Ισραήλ) ενώ στο Ελσίνκι Φινλανδίας το 1962 πήγαμε με το Σύλλογο Βρακοφόρων Κρήτης που εδρεύει στα Χανιά με πρόεδρο το κ. Κώστα Βενιανάκη ο οποίος ήλθε μαζί με το χορευτικό σύλλογο και με τον πρωτοχορευτή Μιχάλη Λεφάκη με τους οποίους πήγαμε στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ειρήνης και Φιλίας με συγκροτήματα απ’ όλο τον κόσμο και πήραμε το πρώτο βραβείο χορού.

Επίσης το Υπουργείο Πολιτισμού κάλεσε το Σύλλογο Βρακοφόρων Κρήτης κάνοντας περιοδεία σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής. Μαζί τους ήμασταν και «εμείς» σαν σχήμα: Σηφογιωργάκης, Μαρκογιάννης, Μανιάς. Μια πολύ σημαντική συνεργασία μου ήταν αυτή με τον Ψαραντώνη, έναν ξεχωριστό καλλιτέχνη, γι’ αυτό και τόσο αγαπητό σ’ όλο τον κόσμο με τον οποίο το 2004 γράψαμε ένα δίσκο με τίτλο «Όταν σε βλέπω τραγουδώ». Είναι ένας δίσκος που μ’ αρέσει πολύ και πρέπει να πω ήταν κοινή επιθυμία μας…»

*O Γιάννης Μαρκογιαννάκης σε συναυλία το 2006. Τον συνοδεύει στο τραγούδι η Χρυσούλα Σηφογιωργάκη

Νίκος Ξυλούρης – 37 χρόνια από το θάνατο του «Αρχάγγελου» της Κρήτης

Νίκος Ξυλούρης

Τριάντα επτά χρόνια συμπληρώνονται φέτος από το θάνατο του «αρχάγγελου» της Κρήτης Νίκου Ξυλούρη (8 Φεβρουαρίου 1980). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ξυλούρης – 37 χρόνια από το θάνατο του «Αρχάγγελου» της Κρήτης»

Κώστας Μουντάκης: 26 χρόνια από το αντίο του μεγάλου Κρητικού!

Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στην Αλφά, χωριό της Επαρχίας Μυλοποτάμου, με τις περίφημες πέτρες («αλφόπετρες»), τις ελιές, τις χαρουπιές και τους ονομαστούς γλεντζέδες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Μουντάκης: 26 χρόνια από το αντίο του μεγάλου Κρητικού!»

Αποδούλου Αμαρίου: Η ιστορία της Καλλίτσας

Το 1823 ένα 11χρονο κοριτσάκι, που το έλεγαν Καλλίτσα, αρπάχτηκε από τους Τούρκους στο χωριό Αποδούλου του Αμαρίου Ρεθύμνου και στάλθηκε για πούλημα στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Εκεί την αγόρασε ένας Άγγλος αρχαιολόγος και την πήρε μαζί του στην Αγγλία για να τη χρησιμοποιήσει ως οικιακή βοηθό.

kallitsa

Στο Λονδίνο την αγάπησε και την παντρεύτηκε ένας νεαρός αξιωματικός του ναυτικού, που έγινε ο μετέπειτα ναύαρχος του αγγλικού στόλου. Μετά από χρόνια, η πρώην σκλάβα επέστρεψε ως λαίδη στο χωριό της και συναντήθηκε με την οικογένειά της. Η ιστορία της Καλλίτσας κόβει την ανάσα και φανερώνει την ικανότητα επιβίωσης της ελληνικής φυλής.

Κρύφτηκαν για να γλιτώσουν

Το 1823 πέρασε από την επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνου ο τουρκικός στρατός, οι λεγόμενοι Νηζάμηδες. Για να γλιτώσουν οι κάτοικοι του χωριού Αποδούλου, φύγανε άρον άρον από τα σπίτια τους και έψαξαν μέρος να κρυφτούν.Στην πρόσοψη του σπιτιού φαίνονται τα αρχικά Κ.Η. (Καλλίτσα Χέι) και η χρονολογία κατασκευής 1846.

Αφού οι άντρες βόλεψαν σε κρυψώνες τα γυναικόπαιδα, οι ίδιοι αρματώθηκαν και ανέβηκαν στην πλαγιά του βουνού πάνω από το χωριό, για να κρατούν οπτική επαφή με τον εχθρό και να επιχειρήσουν απελπισμένη επέμβαση αν χρειαστεί.

Μεταξύ των χωρικών ήταν και ο Αλέξανδρος Ψαράκης, που πήρε τη γυναίκα με τα τέσσερα παιδιά του, μαζί και τρία ακόμα ορφανά του χωριού που τα προστάτευε, και τους έκρυψε σε μια καλύβα από δεματές στου «Βλαστού τον κάμπο», αρκετά μακριά από τον δρόμο που θα περνούσε ο κύριος όγκος των Τούρκων. Ξόρκισε, μάλιστα, τη γυναίκα του Αγγελικώ να επιβάλλει νεκρική σιγή στην καλύβα και να μην αφήσει κανένα παιδί να ξεμυτίσει απ’ αυτή. Ζήτησε επίσης από τα μεγαλύτερα παιδιά του, τον 13χρονο Γιωργή, την 11χρονη Καλλίτσα και τον 8χρονο Γιάννη, να κρατούν πάντα αγκαλιά τον 3χρονο Σταυρουλιώ, για να μην μπήξει για οποιονδήποτε λόγο τα κλάματα και προδοθούν.

Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας οι Τούρκοι πέρασαν μέσα από το Αποδούλου, όπου βρήκαν μόνο τρεις γέροντες που αρνήθηκαν να κρυφτούν και μια ανάπηρη γυναίκα, τους οποίους αποκεφάλισαν επιτόπου. Αφού λεηλάτησαν και έκαψαν το χωριό, κατευθύνθηκαν προς το Τυμπάκι, όπου ήταν στρατοπεδευμένη η κύρια τουρκική δύναμη. Δύο νηζάμηδες, όμως, είχαν ξεμακρύνει από τον κύριο όγκο των υπολοίπων στρατιωτών ψάχνοντας απίδια και φωλιές πουλιών με αυγά.

Όταν κατά σύμπτωση πέρασαν από του «Βλαστού τον κάμπο», είδαν το καμουφλαρισμένο καλύβι και κοίταξαν μήπως κρύβεται κανείς μέσα. Ανοίγοντας την πόρτα είδαν το έκπληκτο και κατατρομαγμένο τσούρμο των παιδιών με την Αγγελικώ και τους συνέλαβαν όλους, με σκοπό να τους πουλήσουν σε εμπόρους σκλάβων. Μόνο το μεγαλύτερο αγόρι από τα ορφανά γλίτωσε, όταν με μια ξαφνική κίνηση το έβαλε στα πόδια και ροβόλησε μακριά.

Οι Τούρκοι στρατιώτες έβαλαν στη σειρά τα ανθρώπινα λάφυρά τους με σκοπό να τα οδηγήσουν στο μεγάλο στρατόπεδο του Τυμπακίου. Στον δρόμο άφησαν ελεύθερη την Αγγελικώ με το νήπιο, μάλλον επειδή έκριναν ότι δεν έχουν εμπορική αξία. Η Αγγελικώ δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να σέρνεται ουρλιάζοντας πίσω από το κομβόι και να ικετεύει να της δώσουν τα παιδιά, αλλά δεν την άκουγαν. Κάτω από την απίστευτη επιμονή της, όταν έφτασαν στο Τυμπάκι της έδωσαν ακόμα ένα καχεκτικό 6χρονο κορίτσι από τα δύο ορφανά και μετά από αυτό τους έχασε, επειδή αναμίχτηκαν με το υπόλοιπο στράτευμα.

Οι Τούρκοι στο Τυμπάκι χώρισαν σε διαφορετικές ομάδες τα αγόρια και τα κορίτσια που είχαν αρπάξει από τα διάφορα χωριά. Τα ίχνη των αγοριών του Αλεξανδρή και του ενός ορφανού χάθηκαν από εκείνο το σημείο, με την υπόνοια ότι ο 13χρονος Γιωργής αγοράστηκε από έναν Μπέη από το Ηράκλειο.

Η Καλλίτσα αρχικά μεταφέρθηκε στα Χανιά και μετά την έβαλαν σε πλοίο που τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί την αγόρασε, μαζί με άλλες Κρητικοπούλες, ένας Άγγλος καθηγητής που συμμετείχε σε αρχαιολογική αποστολή στην Αίγυπτο και τη μετέφερε στο Λονδίνο για να τη χρησιμοποιήσει ως οικιακή βοηθό. Την έβαλε μάλιστα σε σχολείο να μάθει γράμματα και να μιλάει αγγλικά.

Η Καλλίτσα ξεχώρισε αμέσως από την εξυπνάδα και την ωραία εμφάνισή της και κέρδισε τις καρδιές των Άγγλων αφεντικών της. Εκεί, στο καινούργιο περιβάλλον, γνώρισε μετά από λίγα χρόνια τον αξιωματικό του αγγλικού πολεμικού ναυτικού Ρόμπερτ Χέι, που ήταν γιος του ναυάρχου του αγγλικού στόλου Τζων Χέι. Μεταξύ των δύο νέων αναπτύχθηκε έλξη, η οποία δεν άργησε να εξελιχθεί σε σχέση που οδήγησε σε γάμο. Κάπως έτσι, η Καλλίτσα από το Αποδούλου του Αμαρίου βρέθηκε να ζει στο Λονδίνο, στο πλευρό του συζύγου της, ο οποίος κάποια στιγμή διαδέχτηκε τον πατέρα του στην ηγεσία του αγγλικού στόλου.

kallitsa-spitiΤο 1843, σε ένα ταξίδι του αγγλικού στόλου σε λιμάνια της Μεσογείου, ο ναύαρχος σύζυγος της Καλλίτσας την πήρε μαζί του στη ναυαρχίδα. Μεταξύ των λιμανιών που επισκέφτηκε ο στόλος ήταν και το λιμάνι της Σούδας στην Κρήτη, όπου ο ναύαρχος συνάντησε τον Τούρκο πασά. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης τού ανέφερε πως η γυναίκα του είναι Κρητικιά και έχει από μικρή χάσει τον πατέρα της, τον οποίο θέλει να συναντήσει. Ο πασάς προθυμοποιήθηκε αμέσως να φέρει τον πατέρα της Καλλίτσας στα Χανιά και έστειλε ανθρώπους του να τον αναζητήσουν.

Μόλις οι απεσταλμένοι του πασά εντόπισαν στο Αποδούλου τον πατέρα της Καλλίτσας, αυτός τρομοκρατήθηκε, επειδή είχε σκοτώσει δυο Τούρκους και νόμισε ότι το έμαθαν και πήγαν να τον συλλάβουν. Η συμπεριφορά τους, όμως, δεν είχε τραχύτητα και μη μπορώντας να αρνηθεί, τους ακολούθησε. Μόλις τον παρουσίασαν μπροστά στον πασά, και παρούσης της Καλλίτσας, εκείνος τον ρώτησε: «Τούτη δω την ξέρεις; Έχεις καμιά κόρη χαμένη;». «Όχι, εγώ δεν έχω κοπελιά», απάντησε ο ακόμα τρομαγμένος Αλεξανδρής.

Μετά από λίγο, όμως, βρήκε το κουράγιο να στραφεί στην Καλλίτσα και να την ρωτήσει: «Αν όπως λες είσαι κόρη μου, πες μου πώς είναι το σπίτι μας στο χωριό». Τότε η Καλλίτσα, που δεν είχε ξεχάσει καθόλου τον τόπο και τη γλώσσα της, του περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια το σπίτι και αναφέρθηκε ακόμα και σε μια χαρουπιά που είχαν στην αυλή. Οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν συγκινητικές, καθώς ο πατέρας και η κόρη αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν πολύ από χαρά.

Μετά τη συνάντηση η Καλλίτσα δεν προλάβαινε να πάει στο χωριό της, επειδή ο στόλος έπρεπε να αναχωρήσει, αλλά υποσχέθηκε στον πατέρα της: «Θα γυρίσω πάλι πατέρα στην Κρήτη και θα έρθω στο χωριό να δω τη μάνα και τον αδελφό μου, που τόσο πολύ μου λείπουν και τους αγαπώ». Πράγματι, το 1844 ξαναβρέθηκε με τον αγγλικό στόλο στην Κρήτη ο ναύαρχος γαμπρός του Αλεξανδρή, μόνος αυτή τη φορά χωρίς την Καλλίτσα, και βρήκε χρόνο να πάει στο Αποδούλου. Του άρεσε, μάλιστα, τόσο πολύ η περιοχή και το κλίμα, που έδωσε εντολή να χτιστεί ένας αριστοκρατικός πύργος στο χωριό, για να έρχεται με την οικογένειά του και να κάνει διακοπές.

Στην κατασκευή και φύλαξη του σπιτιού βοήθησε αποφασιστικά ο αδελφός της Καλλίτσας Σταυρουλιός, που είχε φτάσει πλέον στην ηλικία των 25 χρονών. Οι αρχιμάστορας που ανέλαβε το έργο ήταν ο πιο φημισμένος από την Κάρπαθο, το ίδιο και οι τεχνίτες βοηθοί του. Το χώμα που χρησιμοποίησαν στο χτίσιμο το έφεραν από τη Σαντορίνη και τις πλάκες που έστρωσαν το σπίτι από τη Μάλτα.

Την άνοιξη του 1847 έφτασε η μεγάλη στιγμή της επιστροφής της Καλλίτσας στον τόπο που γεννήθηκε. Έφτασε με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά και το υπηρετικό προσωπικό της. Ήταν πολύ συγκινητική η σκηνή που μάνα και κόρη να αγκαλιάστηκαν και έκαναν πολύ ώρα να ξεκολλήσουν. Τα επόμενα χρόνια ήρθε κι άλλες φορές η Καλλίτσα στο Αποδούλου με τα τέσσερα παιδιά της, μέχρι που το 1863 πέθανε από αρρώστια ο άντρας της. Στο μεταξύ είχαν πεθάνει και οι γονείς της.

Γλίτωσε από την πυρπόληση

kallitsa3Το 1866 ξεκίνησε η μεγάλη επανάσταση στην Κρήτη, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Σταυρουλιός σήκωσε αγγλική σημαία στον πύργο της αδελφής του μήπως και τον γλιτώσει από την οργή των Τούρκων. Σε μια έκβαση, όμως, των μαχών, οι Τούρκοι στρατιώτες περικυκλώθηκαν από τους επαναστάτες και αναγκάστηκαν να μπουν μέσα στο αρχοντόσπιτο και να οχυρωθούν. Ο Σταυρουλιός, τώρα, ήταν απέξω και έτοιμος να δώσει το σύνθημα να καεί το σπίτι, με τους Τούρκους μέσα. Ευτυχώς, όμως, την τελευταία στιγμή το εγκατέλειψαν οι εχθροί και το σπίτι γλίτωσε.

Στα επόμενα χρόνια και μετά την απελευθέρωση της Κρήτης, μερικοί Άγγλοι συγγενείς της Καλλίτσας επισκέφτηκαν το Αποδούλου και διατήρησαν αλληλογραφία με τους Κρητικούς συγγενείς τους. Σήμερα το σπίτι της Καλλίτσας ανήκει στον Αριστείδη Ψαρουδάκη και τη σύζυγό του.

Η ιστορία της Καλλίτσας αποτελεί κόλαφο για την αρρωστημένη και θεσμοθετημένη έξη των Οθωμανών να αρπάζουν μικρά παιδιά ακόμα και κατά τον 19ο αιώνα και να τα πωλούν σε σκλαβοπάζαρα. Την εποχή που στον υπόλοιπο κόσμο ανθούσαν σπουδαία ανθρωπιστικά κινήματα, εκείνοι αντιμετώπιζαν τους ανθρώπους, και ειδικά τα παιδιά, ως υλικά λάφυρα.

Αυτοί που μας εισήγαγαν στη μαγεία της ιστορίας της Καλλίτσας ήταν ο Αμαριώτης καθηγητής Νίκος Τυροκομάκης και ο αείμνηστος Γιώργης Ψαρουδάκης, πρώην πρόεδρος της κοινότητας Αποδούλου. Σπουδαία πηγή πληροφοριών ήταν και το συναρπαστικό βιβλίο με τον τίτλο: «Καλλίτσα, η σκλάβα που έγινε Λαίδη», του Κριτόλαου Ψαρουδάκη, το οποίο εκδόθηκε το 1988 στο Ηράκλειο.

Από το παραπάνω βιβλίο πήραμε και τη φωτογραφία που απεικονίζει την Καλλίτσα με τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της. Πρόκειται για έναν πίνακα πιστής απεικόνισης, ζωγραφισμένο το 1848 από τον Σερ Τζων Γουότσον Γκόρντον, ιπποτικό μέλος της Αγγλικής Βασιλικής Ακαδημίας. Ο πίνακας αυτός βρίσκεται σήμερα στη Φλωρεντία, στην κατοχή της απογόνου της Καλλίτσας, Λίλιαν Ρεγκάνο Χέι.

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΗΓΗ: www.greecewithin.com

Μάρκος Μουσούρος

Μάρκος ΜουσούροςΟ Μάρκος Μουσούρος (1470 – 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας εκδότης και ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, συνήθιζε να λέει ότι είναι: «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάρκος Μουσούρος»

91 χρόνια από την γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι

«Γεννήθηκα στις 23 Οκτωβρίου 1925…
Πρέπει να πω ότι δεν μ’ αρέσει η αναμνησιολογία, την απεχθάνομαι. Νοσταλγώ μόνο δυο περιόδους της ζωής μου, όταν ήμουν και στις δυο περιπτώσεις ένα άγνωστο πρόσωπο και το στοιχείο της εξαφάνισής μου ήταν εντελώς ισοβαρές με την παρουσία μου. Απορείτε που νοσταλγώ την ανωνυμία και όχι έναν έρωτα; Δεν συμφιλιώθηκα ποτέ με τη διασημότητα.

Όταν είμαι με κόσμο, είμαι αμήχανος. Κάθε φορά νιώθω έναν μικρό πανικό που απλώς έχω τη δύναμη να μεταμφιέζω. Δεν υπερβάλλω που σας λέω πως μόνο οι δυο περίοδοι της ανωνυμίας μου ήταν οι κορυφώσεις της ζωής μου. Αυτές οι εποχές είναι οι μόνες στιγμές που μπορώ να νοσταλγήσω. Όλες τις άλλες σάς τις χαρίζω».

Μάνος Χατζιδάκις

Μάνος Χατζιδάκης

91 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι ο οποίος στο πέρασμά του από τη ζωή μελοποίησε στιγμές και όνειρα και ταυτόχρονα άφησε κείμενα τόσο “ζωντανά” που είναι σαν να γράφτηκαν σήμερα.

Ποιος δεν έχει συγκινηθεί ακούγοντας τις θαυμάσιες μουσικές από “Το Χαμόγελο της Τζοκόντα” και το “Μεγάλο Ερωτικό;”. Ποιος δεν έχει τραγουδήσει τη “Ρόζα Ροζαλία” από τη “Λιλιπούπολη” και το “Χονδρό Μπιζέλι”; Ποιος ακόμα δεν έχει συγκινηθεί με τα κινηματογραφικά τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι αλλά και με τις μουσικές του συνθέσεις;

Μα, ακόμα και ο λόγος του, μέσα από τα σχόλια του Τρίτου αλλά και από τα κείμενά του στο περιοδικό “Τέταρτο” παραμένουν σήμερα τόσο επίκαιρα. Τα δύο βιβλία του, “Τα σχόλια του Τρίτου” και “Ο καθρέπτης και το μαχαίρι” με κείμενά και σχόλια του αλλά και οι ποιητικές του συλλογές “Μυθολογία” και “Μυθολογία 1” κοσμούν πολλές βιβλιοθήκες.

«Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά», είχε πει.

Η Κρήτη

Ο Μάνος Χατζιδάκις ο οποίος γεννήθηκε στη Ξάνθη είχε στενούς δεσμούς με την Κρήτη. Ο πατέρας του είχε καταγωγή από τη Μυρθιό Ρεθύμνου. Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιέρωσε τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια με τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια ενώ το 1980 εγκαινίασε τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο.  Ήταν ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο.

Τον Ιανουάριο του 1979 είχε μιλήσει «περί πολιτισμού και παράδοσης» στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι Χανίων και λίγους μήνες μετά, την Κυριακή 20 Μαίου 1979, το εβδομαδιαίο ραδιοφωνικό του σχόλιο στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας είχε ως αφορμή τη συγκεκριμένη εκδήλωση.

Μάνος Χατζιδάκης

Στο σχόλιό του, το οποίο δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Τα σχόλια του Τρίτου» ο Μάνος Χατζιδάκις είχε επισημάνει μεταξύ άλλων:

«Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε την νύχτα κρητικούς χορούς κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο το ‘βλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς να ‘χουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας. Γιατί η παράδοση έχει αξία, μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα, χρησιμοποιείται φυσικά και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θα ‘ναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς, ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών».

Την Κυριακή 13 Αυγούστου 1978 το σχόλιό του είχε τίτλο: «Αγώνες λύρες και η άνοδος των Ανωγείων». Αφορμή οι Μουσικές Γιορτές στα Ανώγεια οι οποίες το 1978 διαρκούσαν δύο μέρες και περιείχαν μόνο αγώνες λύρας. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει στο σχόλιό του: «Τα Ανώγεια ζούνε για δύο μέρες μια μουσική εμπειρία μοναδική. Χωρίς επίσημους και τελετές, χωρίς λογύδρια εθνικά, μες στην πλατεία του χωριού, παρουσιάζεται ολόγυμνη η φαντασία, η έμπνευση κι η μουσική ευαισθησία ενός ολόκληρου λαού. Του κρητικού λαού. Κι ενός νησιού. Της Κρήτης». Στο ίδιο σχόλιο όπως και σε ένα επόμενο, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε αποκαλύψει ότι γνώρισε την Κρήτη μέσα και από τις διηγήσεις μιας θείας του έξω από το Ηράκλειο. «Αυτή με βοήθησε να δω τη χάρη της Κρητικής μνήμης με τις δύο διαστάσεις», είχε πει.

Σημαντική ήταν η συμβολή του Μάνου Χατζιδάκι στην ίδρυση της Εταιρείας Θεάτρου Κρήτης (Ε.ΘΕ.Κ.) που αποτέλεσε πρόδρομο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστοσελίδα για τη ζωή και το έργο του μεγάλου συνθέτη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.hadjidakis.gr. Οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να ακούσουν ηχητικά αποσπάσματα με τη φωνή του αλλά και να ενημερωθούν για το γενικότερο έργο του καθώς και για τις απόψεις και τις παρεμβάσεις του.

Ο Νεοναζισμός

Από το 1993 ο Μάνος Χατζιδάκις είχε καυτηριάσει το φαινόμενο του νεοναζισμού. Τον Φεβρουάριο του 1993 είχε δημοσιευτεί ένα κείμενο του με τίτλο: “Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι”, στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λιστ και Μπάρτον καθώς και στην εφημερίδα “Ελευθεροτυπία”.

«Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής», έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις, ανάμεσα σε άλλα για να καταλήξει: «Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

Μάνος Χατζιδάκης

Από Ξάνθη και Ρέθυμνο

Όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα www.hadjidakis.gr, o Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη. Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζιδάκις, καταγόταν από τη Μύρθιο Ρεθύμνου και ήταν δικηγόρος. Η μητέρα του, Αλίκη (Βασιλική), το γένος Αρβανιτίδου καταγόταν από την Αδριανούπολη. «Από την μητέρα μου», όπως έλεγε ο ίδιος, «κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα ‘μουν ποιητής…». Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αρχίζει τα πρώτα μαθήματα πιάνου, με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Μάθαινε επίσης, βιολί και ακορντεόν. Το 1932, η μητέρα και τα δύο παιδιά, ο Μάνος και η Μιράντα, εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα και οι γονείς χωρίζουν. Το 1938 ο πατέρας του σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα ενώ ταξίδευε για το Μιλάνο. Το γεγονός αυτό καθώς και η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατέστρεψαν οικονομικά την οικογένεια.

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης, εργάτης στο εργοστάσιο ζυθοποιίας του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής. Αρχίζει επίσης σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (σπουδές που ποτέ δεν ολοκλήρωσε), ενώ παράλληλα γαλουχείται από καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτη στο μουσικό ορίζοντα της χώρας γίνεται το 1944 με τον Τελευταίο Ασπροκόρακα του Αλέξη Σολωμού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, θέλοντας να γίνει ηθοποιός, αλλά ο Κουν θα τον αποτρέψει. Μέσα από τη γόνιμη συνεργασία του, ως συνθέτη πια, με το Θέατρο Τέχνης που θα διαρκέσει δεκαπέντε χρόνια, θα γράψει μουσική για πολλά έργα του σύγχρονου θεατρικού ρεπερτορίου: Γυάλινος Κόσμος (Τ. Ουίλιαμς, 1946), Αντιγόνη (Ζ. Ανουίγ, 1947), Ματωμένος Γάμος (Φ. Γ. Λόρκα, 1948),Όλα τα Παιδιά του Θεού έχουν Φτερά (E. Ο’ Νηλ, 1948), Λεωφορείον ο Πόθος (Τ. Ουίλλιαμς, 1948), Ο θάνατος του Εμποράκου (Α. Μίλερ, 1949) κ.ά.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, αναπτύχθηκε και τράφηκε από την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι, που δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να προβάλλει τα οράματά του στη πιο ακραία τους μορφή για να φανερώσει έτσι το βαθύτερο νόημα της τέχνης. Ασυμβίβαστος και πρωτοπόρος, εχθρός της σοβαροφάνειας και των παγιωμένων αντιλήψεων, λάτρης της «νεότητας» και της συνεχούς αμφισβήτησης και με όπλο του την ελληνική αλλά και την οικουμενική παιδεία, συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική, δημιουργώντας έτσι ένα «νέο» ήχο, ένα «νέο» τραγούδι που έχει τις ρίζες του τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις «άρχισε το ταξίδι του προς τα άστρα»».

Γιάννης Λυβιάκης
πηγή Χανιώτικα Νέα

 

Παλαιοί Ρεθεμνιώτες μουσικοί της περιόδου 1880-1940

Στο παρακάτω κείμενο σας παρουσιάζουμε μερικά βιογραφικά στοιχεία που καταφέραμε και συλλέξαμε για παλιούς Ρεθεμνιώτες μουσικούς, της γενιάς που έδρασε την περίοδο 1880-1940 δηλαδή λίγο πριν αλλά και ταυτόχρονα με τους λεγόμενους «πρωτομάστορες». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παλαιοί Ρεθεμνιώτες μουσικοί της περιόδου 1880-1940»

Ανδρέας Ροδινός: Ο Ρεθεμνιώτης λυράρης – θρύλος!

Ροδινός - Μπαξές

Ο Ανδρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του, φούρναρης στο επάγγελμα, καταγόταν από το Ατσιπόπουλο ενώ η μητέρα του Χρυσούλα το γένος Μαμαγκάκη καταγόταν από τα γειτονικά Φραντζεσκιανά Μετόχια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανδρέας Ροδινός: Ο Ρεθεμνιώτης λυράρης – θρύλος!»

Η αφήγηση της Χαρίκλειας Δασκαλάκη για την εθελοθυσία του Αρκαδίου

Είναι η ηρωική μορφή, ένα σύμβολο του αγώνα της Κρήτης για την ελευθερία. Η μάνα που έβλεπε τα παιδιά της να σκοτώνονται στις μάχες με τους Τούρκους, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η αφήγηση της Χαρίκλειας Δασκαλάκη για την εθελοθυσία του Αρκαδίου»

Μοναχός Μανασσής, ένας σύγχρονος άγιος του Ρεθύμνου

π. Ιωάννη Πίτερη, Η δύναμη της πίστεως,
Ρέθυμνο, 30 Μαΐου 2000, κεφ. 12.

η δύναμη της πίστηςΟ μοναχός Μανασσής, κατά κόσμο Μανώλης Σιγανός, γεννήθηκε το 1892 στο χωριό Λαμπιώτες Αμαρίου και ήταν το δεύτερο παιδί μιας ευγενέστατης και πολύκλαδης οικογένειας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μοναχός Μανασσής, ένας σύγχρονος άγιος του Ρεθύμνου»

Στέλιος Φουσταλιεράκης (Φουσταλιέρης)

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης (ο γνωστός κι αγαπητός σ’ ούλη την πόλη μας μπάρμπα Στέλιος ο ρολογάς, επειδή ασκούσε και τη λεπτή του ρολογά τέχνη) γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1911 στο Ρέθυμνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλιος Φουσταλιεράκης (Φουσταλιέρης)»

«Η ζωή μου»: Μαντινάδες του μοναχού της Μονής Αρκαδίου, Γαβριήλ Κλάδου 

Γαβριήλ Κλάδος (1910-1985)
Μοναχός στη Μονή Αρκαδίου

(Καταγραφή από τον Κωστή Σπ. Νικολουδάκη)
του Κώστα Κατσιράκη

γαβριήλ κλάδοςΚατά το έτος 1910 γεννήθηκε στο χωριό Λιβάδια της επαρχίας Μυλοποτάμου, ένα αγόρι, που οι γονείς του, του έδωσαν το όνομα Αντώνης.

Ήτανε ο Αντώνης ένα από τα τέσσερα παιδιά του περίφημου Βασίλη Κλάδου, που είχε ριζώσει σαν αγριοκυπάρισσος εκεί στα Λιβάδια, μέλος αξιόλογο κι αυτός της μεγάλης γενιάς των Κλάδων, που μέχρι και σήμερα, στον κάθε ιστορικό σταθμό της πατρίδας μας, δεν παρέλειψε να δώσει κι εκείνη αξία το παρόν της.

Γράμματα ο Αντώνης Κλάδος δεν έμαθε στο σχολείο, γιατί μόλις που είχε αρχίσει να πηγαίνει ένας δάσκαλος που μόνο αφελή μπορεί να τον χαρακτηρίσει κανείς, τον ανάγκασε κάποια μέρα να πει μια λέξη που στη γλώσσα του δεν έστρωνε. Στο άκουσμα της, τα παιδιά όλα του σχολείου, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και μαζί τους και ο δάσκαλος.

Ο μικρός Αντώνης μπροστά σε τέτοιο «ξεγιβέντισμα» πήδησε από το παράθυρο, έφυγε σαν άλλος Πατούχας στα βουνά, με την απόφαση κι εκείνος να μην ξαναδιασκελίσει το κατώφλι του σχολείου.

Κι αλήθεια στο σχολείο δεν ξαναπάτησε, βρήκε όμως αργότερα τρόπο, να μάθει μόνος του να διαβάζει, και κάποιος φίλος μου που έτυχε να τον γνωρίσει κάποιο πρωινό που ανεβήκαμε μέχρι το μοναστήρι κι ακούσαμε τις απόψεις του σε γενικά και ειδικά θέματα και έμαθα αργότερα πως στο σχολείο δεν είχε πάει, μου είπε χαρακτηριστικά:

Γιατί να μην έχει πάει μέχρι την Τρίτη Γυμνασίου για να κυβερνά σήμερα την Ελλάδα!!!

Και ο υψηλών προδιαγραφών επιστήμονας φίλος μου πίστευε απόλυτα στα λόγια του.

Ο νεαρός λοιπόν Αντώνης Κλάδος δεν έμαθε γράμματα στο σχολείο του χωριού του. Μα σάμπως είναι και ο μόνος αυτή την εποχή;

Εξάλλου το επάγγελμα του βοσκού που διάλεξε μόνο του, δεν είχε και τόση ανάγκη από γράμματα. Τον έφτανε μόνο εκείνο που από τα χαρακτηριστικά και μόνο μπορούσε να ξεχωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, τα δικά τους αιγοπρόβατα, να αρμέγει και να τυροκομά από τότε που ήτανε ακόμα μικρός, να ρίχνει στο σημάδι και να μένει ανίκητος στο πάλεμα, ανάμεσα στους άλλους συνομήλικούς του.

Δεν ξέρουμε αλήθεια ποιοι παράγοντες συντελέσανε για να σκεφτεί και να αποφασίσει ο Αντώνης τη μοναχική ζωή. Φαίνεται όμως πως κοντά στ’ άλλα έπαιξε σημαντικό ρόλο σ’ αυτό και η μνήμη κάποιου ήρωα, που ο μικρός Αντώνης ένοιωθε την τραγική μορφή του να πλανάται μέσα και γύρω από το σπίτι τους, κι ας μη τον είχε γνωρίσει εκείνος ποτέ.

Πρόκειται για το θείο του Γαβριήλ Κλάδο ηγούμενο του Αρσανίου, που στις 5 Μαρτίου 1897 έπεσε πολεμώντας ηρωικά στην πολυθρύλητη μάχη του Μαρουλά δείτε που είναι ο Μαρουλάς Ρεθύμνης .

Πήγε λοιπόν κι ο Αντώνης Κλάδος στο ιστορικό Αρκάδι δείτε που είναι η Μονή Αρκαδίου, φόρεσε το τζουμπέ του μοναχού και πήρε καλογερικό όνομα, το όνομα του θείου του Γαβριήλ (Γαβρίλης), που για το Αρκάδι δεν πάει να είναι και το όνομα του θρυλικού Ηγούμενου στην επανάσταση του 1866 Γαβριήλ Μαρινάκη.

Αργότερα του ανατέθηκε από το «Ηγουμενικό συμβούλιο» η αρμοδιότητα του «κουραδονόμου» δηλ. του καλόγερου εκείνου. που έπρεπε να φροντίζει για τα κοπάδια του μοναστηριού (φύλαξη των ζώων, βοσκή, άρμεγμα, τυροκόμηση, προώθηση για πούληση τυριών και ζώων). Η έντονη προσωπικότητα του, οι αμέτρητες γνωριμίες του, οι τόσοι και τόσοι φίλοι του κι εκείνο το διαπεραστικό του βλέμμα, που διαπερνούσε τη σκέψη κι έβρισκε ολοκάθαρη την αλήθεια, αδιάφορο από τι του έλεγε όποιος συνομιλούσε μαζί του, προστάτεψαν χρόνια και χρόνια τα κοπάδια του μοναστηριού.

Μα ο αγράμματος υποτίθεται Γαβρίλης γίνεται με το καιρό διάσημος. Το ανάστημά του, η λεβεντιά του, το αρρενωπό παράστημα του, κι εκείνο το αετίσιο βλέμμα του εντυπωσιάζουν. Όποιος φτάσει στο μοναστήρι κι έχει κάτι ακούσει για λόγου του, επιθυμεί να τον γνωρίσει. Κι εκείνος με ευχέρεια ευρωπαίου διπλωμάτη δέχεται τους πάντες και συνομιλεί με Υπουργούς και Πρωθυπουργούς, με βιομηχάνους και εφοπλιστές, με λόγιους και συγγραφείς με την ίδια ευκολία που, κουβεντιάζει με τους απλούς χωρικούς, τους άλλους καλόγερους, τους βοσκούς του μοναστηριού.

Είχανε ισχυρισθεί πολλοί απ’ εκείνους που τον είχανε γνωρίσει από κοντά πως ο φόβος και η δειλία ήτανε αισθήματα άγνωστα σε κείνον.

Τα χρόνια περνούσαν, η πείρα πρόσθετε μέρα με τη μέρα στη μάθηση του, και η δυνατή αντίληψη του ήτανε έτοιμη στην κάθε περίπτωση να κρίνει και να διαλέξει το σωστό. Ο ορθολογισμός που οι άλλοι αποκτούνε με πολύχρονες μελέτες και μεγάλες προσπάθειες, είχε γίνει κτήμα δικό του από κάποια θεία φύση. Έζησε στο μοναστήρι πάνω από μισό αιώνα. Γνώρισε κόσμο και κόσμο, απόκτησε φίλους, από ανθρώπους άσημους κι απλοϊκούς, μέχρι διάσημους και πολυτάλαντους κι όλους αυτούς τους εκτιμούσε και τους υπολόγιζε. Πίστευε πως για τον καθένα οι φίλοι είναι θησαυρός ανυπολόγιστης αξίας.

Είχα κι εγώ γνωρίσει τον περίφημο καλόγερο. Τον είχα επισκεφτεί στο κελί του και πολλές φορές κάτω από την κληματαριά του κελιού του τον είχα ακούσει να αναπτύσσει τις θεωρίες του για τη ζωή και το θάνατο, για το μοναστήρι και τους θρύλους που το περιμαζώνουν, για τα κοπάδια του μοναστηριού και τους βοσκούς του, για τα ολοκαυτώματα που γίνονται κάθε τόσο για χάρη της.

Έτσι μέσα σε άκρες εγώ, είχα γνωρίσει στο πρόσωπο του το δυναμικό καλόγερο, τον άνθρωπο θαύμα με τις αμέτρητες γνωριμίες, το βοσκό που γνώριζε ένα και ένα όλα τα αιγοπρόβατα του μοναστηριού, τον απροσκύνητο αντάρτη του βουνού, το φιλόσοφο που είχε τις απόψεις του για κάθε θεωρία και πράξη. Δεν είχα όμως ποτέ μου αντιληφθεί – ο ίδιος δε μου είχε κάνει κουβέντα ποτέ γι’ αυτό- πως κοντά στ’ άλλα ο άνθρωπος αυτός διέθετε και θαυμάσιες ικανότητες ποίησης.

Δεν ήμουνα όμως μόνος εγώ που το αγνοούσα. Κάποια σκουντουφλιασμένη μέρα το 1985, που ο Γαβριήλ Κλάδος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, αφήνοντας πόνο και συντριβή στους φίλους του και στους δικούς του, πολλοί άνθρωποι του στενού του κύκλου, αγνοούσανε τελείως τα ποιητικά του χαρίσματα.

Περάσανε κάμποσα χρόνια από τότε. Πριν από μερικές μέρες ο Κωστής Σπ. Νικολουδάκης από την Ελεύθερνα, που μένει σήμερα στη Φλώρινα, έστειλε στην εφημερίδα Μυλοποταμίτικα Νέα, το παρακάτω ποίημα, που όπως μας λέει ο ποιητής το είχε στο κελί του και του το έδωσε λίγο πριν πεθάνει:

Εξέχασα όσα κάτεχα και πράγμα δε θυμούμαι,
στα βάσανα βραδιάζομαι και τσι καημούς κοιμούμαι.

Χρόνια πολλά πρωτύτερα κι εγώ δε ξέρω πόσα,
είχα μια σκέψη καθαρή και μια αιθέρια γλώσσα.

Μα τώρα δεν αισθάνομαι ανάγκη για να ζήσω,
και το γιατί μη θέλετε να σας το εξηγήσω.

Μπορούσα δυο μερόνυχτα να τρώω και να πίνω,
τώρα μου βάνουνε φαΐ και το μισό αφήνω.

Έτρωγα ότι έβρισκα και ότι ήθελε μου λάχει,
τώρα και το κοτόπουλο καθίζει στο στομάχι.

Επίσης πρέπει να σας πω και να σας ομολογήσω,
στα μάλλινα τυλίγομαι για να μην κρυολογήσω.

Είχα μαλλιά κατάμαυρα και πρόσωπο φεγγάρι,
και το κορμί μου ζύγιζα με λεβεντιά και χάρη.

Πονούσα και υπέφερα για τα στραβά του κόσμου,
ο ξένος πόνος ήτανε πολλές φορές δικός μου.

Όλες τις δύσκολες δουλείες τις είχα για παιχνίδια,
τώρα που σαραβάλιασα με ζώσανε τα φίδια.

Εις το σημάδι έριχνα και μοίραζα τη τρίχα,
τώρα μου δίνουνε ψωμί και γυρεύω ψίχα.

Παρών εδώ, παρών εκεί, παρών απάνω κάτω,
τώρα παραμερίστηκα σα ραγισμένο πιάτο.

Για τα κοινά ζητήματα δεν έμενά οπίσω,
τώρα και τα παπούτσια μου δε σκύβω να γυαλίσω.

Πάνε οι συγκινήσεις μου και τα αισθήματά μου,
θλιμμένα και αδιάφορα τραβώ τα βήματά μου.

Πάνε τα ξεφαντώματα αγαπητοί μου φίλοι,
τώρα με το φασκόμηλο και το χαμομήλι.

Αυτά λοιπόν εσκέφτηκα ίσως και άλλα τόσα,
μα δε μπορώ να σας τα πω ξεράθηκεν η γλώσσα.

πηγή

Μιχάλης Φλουρής (Καρεκλάς) από τη Θεοδώρα Μυλοποτάμου

Μιχάλης Φλουρής Καρεκλάς

Ο Μιχάλης Φλουρής ή Καρεκλάς συνιστά μια τυπική και χαρακτηριστική περίπτωση τοπικού μουσικού της περιόδου της μουσικής της Κρήτης, που οι μουσικοί σταδιακά διαχωρίστηκαν από το κοινό  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Φλουρής (Καρεκλάς) από τη Θεοδώρα Μυλοποτάμου»

Ιωακείμ Αντωνάκης: Ένας άγιος νάνος στο Ρέθυμνο

Ιωακείμ ΑντωνάκηςΤην Παρασκευή 10 του Οκτώβρη προγραμματίστηκε στις γραφικές και ιστορικές Ρούπες Μυλοποτάμου το φετινό μνημόσυνο ενός σημαντικού Ρεθεμνιώτη αγίου που έζησε τον 20ό αιώνα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωακείμ Αντωνάκης: Ένας άγιος νάνος στο Ρέθυμνο»

Έφυγε από τη ζωή ο καθηγητής Χρίστος Μακρής

Χρίστος Μακρής«Έφυγε» από τη ζωή την Τετάρτη 8 Οκτωβρίου σε ηλικία 86 ετών ο καθηγητής Χρίστος Μακρής, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στο πνευματικό Ρέθυμνο.

Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη, στις 15:00, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφυγε από τη ζωή ο καθηγητής Χρίστος Μακρής»

Ένα άγνωστο κείμενο του 1968 για τον «Καρεκλά» και το Λευτέρη Δασκαλάκη

«…Νομίζω πως με το ίδιο καράβι, που ένα γαλήνιο δειλινό του Οκτωβρίου ξεκινούσαμε από τον Πειραιά για το Ηράκλειο της Κρήτης, εταξιδέψαμε κάποτε από τη Μασσαλία στο Αιάκειο της Κορσικής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ένα άγνωστο κείμενο του 1968 για τον «Καρεκλά» και το Λευτέρη Δασκαλάκη»