Η ιστορία της Κρητικής Λύρας [Φώτο – βίντεο]

Η Κρητική λύρα ανήκει στην κατηγορία των χορδόφωνων μουσικών οργάνων με δοξάρι και έχει τις ρίζες της στην Ανατολή. Στην Kρήτη υπήρχαν δύο τύποι λύρας. Tο αποκαλούμενο σήμερα λυράκι, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η ιστορία της Κρητικής Λύρας [Φώτο – βίντεο]»

Τι ήταν ο George Michael για έναν σημερινό 40άρη… [βίντεο]

Τραγική ειρωνεία, αλλά ο μεγάλος star της ποπ, ο Κύπριος Γιώργος Παναγιώτου ή George Michael, έφυγε από τη ζωή την ημέρα του Χριστουγέννων του «καταραμένου» για την διεθνή μουσική σκηνή, 2016.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τι ήταν ο George Michael για έναν σημερινό 40άρη… [βίντεο]»

Παλαιοί Ρεθεμνιώτες μουσικοί της περιόδου 1880-1940

Στο παρακάτω κείμενο σας παρουσιάζουμε μερικά βιογραφικά στοιχεία που καταφέραμε και συλλέξαμε για παλιούς Ρεθεμνιώτες μουσικούς, της γενιάς που έδρασε την περίοδο 1880-1940 δηλαδή λίγο πριν αλλά και ταυτόχρονα με τους λεγόμενους «πρωτομάστορες». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παλαιοί Ρεθεμνιώτες μουσικοί της περιόδου 1880-1940»

Εμπυρρίκιος: Ο χορός που συνδέει τον Πεντοζάλη με τον αρχαίο Πυρρίχιο!

Velidantreas

Καλοκαίρι του 1988 στα Πλατάνια Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου. Ο έφηβος τότε Αντώνης Ματθαίου Λίτινας ηχογραφεί στο μικρό του μαγνητόφωνο το γέροντα λυράρη του χωριού του Ανδρέα Βασιλακάκη ή Βελιδαντρέα (γεννημένος το 1904).

Ο Βελιδαντρέας, που Συνεχίστε την ανάγνωση του «Εμπυρρίκιος: Ο χορός που συνδέει τον Πεντοζάλη με τον αρχαίο Πυρρίχιο!»

Στέλιος Φουσταλιεράκης (Φουσταλιέρης)

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης (ο γνωστός κι αγαπητός σ’ ούλη την πόλη μας μπάρμπα Στέλιος ο ρολογάς, επειδή ασκούσε και τη λεπτή του ρολογά τέχνη) γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1911 στο Ρέθυμνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλιος Φουσταλιεράκης (Φουσταλιέρης)»

Κρητικές μουσικές ιστορίες: Βοσκαρουδάκι Αμούστακο

Το τραγούδι «Βοσκαρουδάκι Αμούστακο» κυκλοφόρησε από το Ρεθεμνιώτη λυράρη Κωστή Μουντάκη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 σε ένα δισκάκι βινυλίου 45 στροφών Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρητικές μουσικές ιστορίες: Βοσκαρουδάκι Αμούστακο»

Κρητικό χορός: Πεντοζάλης

Ο πεντοζάλης, ένας χορός ιδιαίτερα διαδεδομένος σε ολόκληρη την Κρήτη, χορεύεται από άνδρες και γυναίκες. Συνοδεύεται από πλήθος μελωδιών, τις γνωστές κοντυλιές. Η λέξη από τον κόντυλα, το στέλεχος του καλαμιού, με το οποίο κατασκευάζονταν Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρητικό χορός: Πεντοζάλης»

Κρητικές Μουσικές Ιστορίες: Αποχαιρετισμός (Μεσοπέλαγα Αρμενίζω)

Αποχαιρετισμός (Η Θάλασσα): Μελαγχολικό τραγούδι για τα πλήγματα της θάλασσας στους ταξιδευτές όλων των μορφών, δημιουργία του συνθέτη Νικολάου Κόκκινου που πέθανε το 1921. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρητικές Μουσικές Ιστορίες: Αποχαιρετισμός (Μεσοπέλαγα Αρμενίζω)»

Μανώλης Τζαγκαρούλης ή «Κουρούπης»

Ο Μανώλης Τζαγκαρούλης ή Κουρούπης είναι ένας από τους μεγάλους λυράρηδες της Κρήτης και ανήκει στην κατηγορία των τοπικών μουσικών που δεν καταγράφηκαν ποτέ δισκογραφικά, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανώλης Τζαγκαρούλης ή «Κουρούπης»»

Η διαφήμιση της Coca Cola από τον Γιώργη Καλομοίρη!

Η Coca Cola έκανε την εμφάνιση της στην Ελλάδα στις 10 Αυγούστου 1969. Αρχές της δεκαετίας του 1970 κυκλοφόρησε στην Κρήτη ένα δισκάκι βινυλίου 45 στροφών με τον Ανωγειανό Γιώργο Καλομοίρη ή Γιώργαντο με δύο τραγούδια, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η διαφήμιση της Coca Cola από τον Γιώργη Καλομοίρη!»

Ο Μανώλης Ρασούλης για το Στέλιο Φουσταλιέρη και το πως επηρέασε το Νίκο Παπάζογλου

Ένα θαυμάσιο σημείωμα του Μανώλη Ρασούλη από το «Καλάμι» για τον καλλιτέχνη της Κρητικής μουσικής Στέλιο Φουσταλιέρη. Μία ενδιαφέρουσα μαρτυρία για το πως επηρέασε το Νίκο Παπάζογλου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ο Μανώλης Ρασούλης για το Στέλιο Φουσταλιέρη και το πως επηρέασε το Νίκο Παπάζογλου»

Ρέθυμνο: Ο Κατσαμπαδιανός χορός

Από τους λεγόμενους «ξεχασμένους» τοπικούς χορούς της Κρήτης, ο Κατσαμπαδιανός χορευόταν (σύμφωνα με τις έως τώρα καταγραφές) στο νομό Ρεθύμνου (και σε ορισμένα χωριά του γειτονικού Αποκόρωνα Χανίων) και στα νότια του νομού Ηρακλείου, ιδιαίτερα δε στις επαρχίες Αμαρίου και Πυργιωτίσσης . Έχει επίσης καταγραφεί με τις ονομασίες Κατσι(μ)παδιανός, Κατσαμπαδιανές και Κουτσιστός ή Κουτσός . Οι τελευταίες ονομασίες οφείλονται στα τρία πρώτα βήματα του χορού όπου οι χορευτές «σέρνουν» το πόδι τους σαν να αναπαριστούν βήμα κουτσού ή παράλυτου . Φαίνεται να πρόκειται για παραλλαγή του πηδηχτού Πεντοζάλη.

Πρόκειται για εύθυμο «μικτό χορό», δηλαδή χορό που χορευόταν και από τα δύο φύλα, όπως όλοι ανεξαιρέτως οι χοροί της κεντρικής και της ανατολικής Κρήτης, με πιθανή εξαίρεση τις ανωγειανές όρτσες. Ο χορός ατόνησε ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα και «εκτοπίστηκε» στο περιθώριο του γλεντιού, όπου χορευόταν σε στιγμές ευθυμίας κυρίως από ηλικιωμένους μαζί με τους άλλους τοπικούς χορούς (τριζάλη, απανωμερίτη, λαζώτη, μικρό μικράκι κ.λ.π.), επειδή το γλέντι ξέφυγε από τα δεδομένα της «μεγάλης τοπικής παρέας», έγινε πολύ πιο σύνθετο αλλά και τυποποιήθηκε σταδιακά. Βέβαια, η περιθωριοποίηση των τοπικών χορών (που θεωρήθηκαν από τότε «παλιοί χοροί») είναι ένα θέμα που σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο λειτουργίας του χορού, και γενικότερα της ψυχαγωγίας, στα χωριά της Κρήτης, κατά τις μεταμορφώσεις του τρόπου ζωής που επέφερε ο 20ός αιώνας με την αστυφιλία, τη μετανάστευση, την είσοδο της «ανάπτυξης» στην ύπαιθρο (αγροτικά μηχανήματα, αμαξωτοί δρόμοι κ.τ.λ.), καθώς και την ανάδειξη των «μεγάλων κλασικών» Κρητικών μουσικών, που έρχονταν ως «ξένοι» στα χωριά, έπαιζαν κι έφευγαν και διαμόρφωσαν έτσι ένα ενιαίο «παγκρήτιο» μουσικό ύφος και ρεπερτόριο.

Το όνομα του χορού

Για την ονομασία του χορού έχουμε τα εξής στοιχεία: ενώ σε όλη την επαρχία Αμαρίου και σε ορισμένα χωριά των γειτονικών σε αυτήν επαρχιών Ρεθύμνου, Μυλοποτάμου και Πυργιωτίσσης (όπως Χάρκια, Αγ. Παρασκευή, Πίκρη, κ.ά.) είναι γνωστός ως Κατσαμπαδιανός , στην επαρχία Αγίου Βασιλείου και δυτικότερα καταγράφεται ως Κατσι(μ)παδιανός. Αξιοσημείωτη είναι η καταγραφή του στους Έρφους και στην Ελεύθερνα Μυλοποτάμου αλλά και στο Χαμαλεύρι Ρεθύμνης με την ονομασία «Κατσαμπαδιανές», (γνωστή ηλικιωμένη μερακλίνα χορεύτρα στους Έρφους έλεγε στην ανηψιά της, όταν την έβλεπε στενοχωρεμένη: «Έλα να σου χορέψω τσι κατσαμπαδιανές!») .

Με βάση την επικρατέστερη την ονομασία Κατσαμπαδιανός, που είναι η συντριπτικά κυρίαρχη, το πιθανότερο είναι ότι το όνομα του χορού προέρχεται από τη τουρκική λέξη κατσαμπάς που σημαίνει «μεγάλο χωριό» (κωμόπολη) ή «προάστιο». Μάλιστα στα ανατολικά του δήμου Ηρακλείου, στα σύνορα με τη Νέα Αλικαρνασσό, υπάρχει η περιοχή «Κατσαμπάς», οι κάτοικοι της οποίας χαρακτηρίζονται Κατσαμπαδιανοί. Από εκεί προέρχεται το γνωστό επιφώνημα «το κατσαμπαδιανό μου!» στο «γύρισμα» του τραγουδιού, σε μαντινάδες. Τη φράση αυτή, εκτός από γλέντια, ακούμε σε κοντυλιές στο δίσκο «Σεργιάνισμα στην Κρήτη» του Βασίλη Σκουλά, στο δίσκο «Τση νύχτας ο τραγουδιστής» του Γιώργη Μανωλιούδη αλλά και στο δίσκο του Στέλιου Πετράκη «Οι δικοί μου φίλοι» (στο τραγούδι ο Βασίλης Σταυρακάκης).

Κατσαμπαδιανός λοιπόν είναι ο καταγόμενος ή προερχόμενος από κωμόπολη. Κατά τη γνώμη μας, η αρχική ονομασία του χορού είναι Κατσαμπαδιανός και το πιθανότερο είναι ότι η λέξη «Κουτσαμπαδιανός», που έχει καταγραφεί μόνο στον Άρδαχτο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης και κυκλοφορεί (αυθαίρετα) τελευταία ως ονομασία του χορού, είναι παραφθορά του Κατσαμπαδιανός (από κάποιους που αγνοούσαν τη σημασία του) με επίδραση του «Κουτσός». Το όνομα και η ιστορία του χορού δε φαίνεται να συνδέεται με την Αμπαδιά (νότιο τμήμα της επαρχίας Αμαρίου), παρά την «παραπλανητική» ομοιότητα στα δύο ονόματα (κατσ-αμπαδιανός και Αμπαδιά). Εκτός από τη μεγάλη γεωγραφική διασπορά του χορού και τη συγκεκριμένη σημασία του όρου κατσαμπαδιανός (όπως αναφέραμε παραπάνω), πρέπει να σημειώσουμε ότι ο καταγόμενος από την Αμπαδιά λέγεται Αμπαδιώτης και το προερχόμενο απ’ αυτήν λέγεται αμπαδιώτικο και όχι «αμπαδιανό».

Στον Κατσαμπαδιανό λέγονταν ερωτικές μαντινάδες, αλλά και κάποιες που αναφέρονταν στον ίδιο το χορό, όπως:

Χόρευγε Κατσαμπαδιανό, χόρευγε και Κουγίτη,
απ’ ομορφύτερος χορός δε βρίχνεται στην Κρήτη

(καταγραφή από Γαρεφαλλίτσα Φωτάκη, Αποδούλου Αμαρίου – Κουγίτη
ονομάζανε σε περιοχές του Μυλοπόταμου τον Καστρινό, σύμφωνα με
μαρτυρία της Αθηνάς Βασιλακάκη από τα Χάρκια Ρεθύμνου)

Τον Κατσαμπαδιανό χορό όποιος τονέ κατέχει
να ’ρθεί να πιάσομε μαζί, να μου τον αρμηνέψει

(καταγραφή από τον Ι. Παραδεισανό, Αγ. Ιωάννης Χλιαρός, Αμαρίου)

Δισκογραφία

Ο Κατσαμπαδιανός έχει καταγραφεί και στη δισκογραφία, με πρώτη εμφάνιση του το 1979 στον δίσκο του Γιώργη Μουζουράκη (1905-2002) από την Παντάνασσα Αμαρίου με τίτλο «Να ζήσει η Κρήτη» (Minerva 22062). Με τίτλο «Τσι Κατσαμπαδιανές σου» καταγράφεται δισκογραφικά από τον λυράρη Γιώργη Κατσαμά (από τους Έρφους Μυλοποτάμου) στο cd «Νυχτερινός Διαβάτης» (Cretaphone Cret1427). Στο 5ο τεύχος του περιοδικού Κρητόπολις, με αφιέρωμα στην μουσική παράδοση της δυτικής Κρήτης, βρίσκουμε ένθετο cd (επιμέλεια Αλέξ. Παπαδάκη και Θεόδ. Ρηγινιώτη) στο οποίο ο λυράρης και τραγουδιστής Αλέξανδρος Παπαδάκης (από τον Άρδαχτο, Αγίου Βασιλείου) μεταξύ άλλων παίζει Κατσαμπαδιανό, με τη συμμετοχή στο τραγούδι του παλαίμαχου λυράρη Μανώλη Μαργαρίτη από τις Μέλαμπες Αγίου Βασιλείου, ενώ μία ακόμα εκτέλεση από τον Αλέξανδρο Παπαδάκη βρίσκουμε στο cd «Χοροί της Κρήτης», Αρχείο Ελληνικής Μουσικής, Αθήνα 2005.

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=-YDINydk8t4[/youtube]

Οπτικοακουστικά καταγράφεται στο συνοδευτικό DVD του βιβλίου «Το χωριό μας», έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Χαρκίων. Εκεί το αποδίδει μοναδικά σε ζωντανή ηχογράφηση ο Χαρκιανός λυράρης Στέλιος Διαμαντής (1909-1998) και χορεύουν Χαρκιανοί μερακλήδες, ενώ μια δεύτερη απόπειρα για οπτική καταγραφή περιέχεται στο διπλό DVD και CD «Όταν ακούω Κρήτη», του χορευτικού ομίλου Γιάννη & Γιώργου Μεγαλακάκη, εκδόσεις Σείστρον, Ηράκλειο 2006.

Πηγές:
* Μαρτυρίες των: Στελιανή Καλογεράκη από Άγιο Ιωάννη Χλιαρό Αμαρίου, Τασούλα Τζαγκαράκη-Γαρεφαλάκη από Έρφους Ρεθύμνου, Μιχάλη Τζυμπραγό, λυράρη από Αγ. Παρασκευή Ρεθύμνου και του Γιώργου Αρχοντάκη από το Χαμαλεύρι.
* Καταγραφή των Αντώνη Τζανιδάκη, Στέλιου Γεωργιουδάκη και Άννας Παχιαδάκη, ως καθηγητές του Λυκείου Ελληνίδων στα Χάρκια Ρεθύμνου γύρω στο 1984.

των Κώστα Βασιλάκη – Θοδωρή Ρηγινιώτη

από το cretan-music.gr

Μουσική Καταγραφή στην Κρήτη 1953-54. Υλικό από την έρευνα του Samuel Baud-Bovy

Κυκλοφόρησε από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών-Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ το πολυτελές δίτομο έργο Μουσική Καταγραφή στην Κρήτη 1953-54, Υλικό από την εθνομουσικολογική έρευνα του Samuel Baud-Bovy γενικής επιμέλειας Λάμπρου Λιάβα, εθνομουσικολόγου και αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εργασία αυτή, αν και αναφέρει ως ημερομηνία έκδοσης το Νοέμβριο του 2006, είναι διαθέσιμη από τις αρχές του 2007 αρχικά από το ίδιο το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και υποθέτουμε σύντομα από τα βιβλιοπωλεία. Πρόκειται για μια πολυτελή έκδοση με 2 τόμους (συνολικά 360 σελίδων) και 2 μουσικά cd με δείγματα από την έρευνα του Ελβετού μουσικολόγου τη δεκαετία του 1950 στην Κρήτη, με εισαγωγικά κείμενα από το Λάμπρο Λιάβα, το Μάρκο Φ. Δραγούμη, τον Bertrand Bouvier και τους υπεύθυνους του Αρχείου Samuel Baud-Bovy στη Γενεύη.

Όπως σημειώνει και ο Λ. Λιάβας στο εισαγωγικό του σημείωμα: «…ο S. Baud Bovy επιδίωξε, με επιστημονική μέθοδο και χωρίς σοβινιστικές προκαταλήψεις, να τοποθετήσει την ελληνική μουσική παράδοση στον ευρύτερο γεωγραφικό και ιστορικό χώρο όπου ανήκει, αναπτύσσοντας παράλληλα μια σειρά από τεκμηριωμένα επιχειρήματα για τη συνέχεια και την εξέλιξη στους αιώνες όχι μόνο της ελληνικής γλώσσας, αλλά και της μουσικής παράδοσης».

Η έρευνα αρχικά προσπάθησε να επικεντρωθεί στην κεντρική και ανατολική Κρήτη, καθώς είχε προηγηθεί (1953) η επίσκεψη και καταγραφή των τραγουδιών της δυτικής Κρήτης, γνωστών και ως ριζίτικων, που οδήγησε στην έκδοση του τόμου Chansons populaires de Crete Occidentale (έκδοση Μ.Λ.Α. και Mincoff, Γενεύη 1972). Τελικά οι καταγραφείς, πέρα από τους νομούς Λασιθίου (Σητεία, Λιθίνες, Βασιλική, Ιεράπετρα, Κριτσά, Κρούστα, κ.α.), Ηρακλείου (Γέργερη, Γωνιές, κ.α.) και Ρεθύμνου (Ανώγεια, Μελιδόνι, Σπήλι, Ρούστικα), επισκέφτηκαν αρκετές περιοχές του νομού Χανίων, όπως διάφορα χωριά της επαρχίας Σφακίων, αλλά και τους Λάκκους, το Θέρισσο, τα Μεσκλά, τα Παλαιά Ρούματα, τις Λουσακιές, τον Πλάτανο, το Καστέλι, κ.ά.

Ο πρώτος τόμος περιέχει, πέρα από τα εισαγωγικά σημειώματα, το ιστορικό και τη μεθοδολογία της έρευνας με τα κείμενα των συνεργατριών του Baud-Bovy Αγλαΐας Αγιουτάντη και Δέσποινας Μαζαράκη σχετικά με την προετοιμασία της έρευνας λίγους μήνες πριν και τις εντυπώσεις τους από το πρώτο αυτό ταξίδι, όπως και τις πρώτες εντυπώσεις τους από την κρητική μουσική. Στην (έως σήμερα) ανέκδοτη επιστολή της Μαζαράκη στον Baud-Bovy το 1953 μετά από το ταξίδι της στην Κρήτη διαβάζουμε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την κρητική μουσική της εποχής (ορισμένες παρατηρήσεις θα μπορούσαν άνετα να έχουν γραφεί ακόμα και σήμερα!):

«…Η εκλογή σας για να αρχίσουμε από τη Κρήτη ήταν πολύ πετυχημένη από κάθε άποψη. Η Κρήτη όμως είναι απέραντη, έχει τεράστιες ιδιομορφίες και θέλει πολλή, μα πολλή δουλειά. Φτάνει να σας πω ότι τέσσερα χωριά της Ρίζας, δηλ. στους πρόποδες της Μαδάρας (Λευκά Όρη), που απέχουν το ένα με τ’ άλλο μισή ώρα με τα πόδια και που δύο απ’ αυτά αποτελούν μια κοινότητα, είχαν αισθητή διαφορά στους σκοπούς των τραγουδιών που τραγουδούσαν και διασώζονται. […]
Τα ριζίτικα, τα τραγούδια της τάβλας δηλαδή, αρχίζουν να εξαφανίζονται. Δύσκολα βρίσκεις ανθρώπους κάτω από τα 45 χρόνια να τα τραγουδούν καλά. Όλοι αναγνωρίζουν ότι μόνο οι γέροι τα ξέρουν καλά, με τον «ήχο». Επικρατεί ο δεκαπεντασύλλαβος σε όλα τους σχεδόν τα τραγούδια και τα παλιά ιστορικά σώζονται μόνο στη μνήμη γέρων από 70-75 χρονών και πάνω. Τα τραγουδούν «χύμα» καθώς λεν, δηλαδή σ’ έναν ορισμένο σκοπό που παραλλάσσει από περιοχή σε περιοχή. Αυτά που σας γράφω συμβαίνουν στον νομό Χανίων και κυρίως στην επαρχία Κυδωνίας και Σφακιών. Σ’ αυτήν επικρατούν τα τραγούδια της τάβλας, τα ριζίτικα. Στα γλέντια τους, πού ’ναι κυρίως γάμοι και βαφτίσια, περνούν τον περισσότερο, για να μην πω όλον, τον καιρό τραγουδώντας. Χορεύουν λίγο Οι καλοί «γλεντιστάδες», αυτοί δηλ. που ξέρουν τα τραγούδια καλά, χαίρουν ιδιαίτερη εκτίμηση. Αρχίζει ένας το τραγούδι και μετά το παίρνει όλη η συντροφιά. […]

Σ’ αυτές τις περιοχές όργανα σχεδόν δεν υπάρχουν. Όταν θέλουν όργανα, παραγγέλνουν από την Κίσσαμο που φημίζεται για τους οργανοπαίχτες της και τα θαυμάσια κρασιά της. Έχει τέτοιο κρασί, που μόνο το κόκκινο χρώμα του να βλέπατε θα ευχόσαστε να μπορούσατε να πιείτε όλο το βαρέλι. Όταν σε ένα χωριό ρωτήσεις για τον τραγουδιστή που είναι καλός στα ριζίτικα θα σου πουν: ήταν ο τάδε μακαρίτης, αυτός μόνο τα ήξερε… Τα λέει τώρα κι άλλος, αλλά εκείνος ήταν!…

Και τώρα ως προς τα όργανα. Η ασκομαντούρα (ασκί), το θιαμπόλι (φλογέρα) και η λύρα [σ.σ.: εννοεί το λυράκι] μπορούμε να πούμε ότι έχουν εξαφανιστεί. Με δυσκολία βρίσκουμε κανέναν πολύ γέρο ή παιδί μικρό που να παίζει μ’ αυτά. Η λύρα η παλιά με τα γερακοκούδουνα φαίνεται ότι παίζεται ακόμα στη Σητεία, όπου παίζεται με συνοδεία νταουλιού –αυτά θα σας τα γράψει η Αγλαΐα. Στο Ηράκλειο παίζανε άλλοτε τη λύρα μόνη της, με μοναδική συνοδεία τα γερακοκούδουνα τον δοξαριού της. Τώρα όμως η λύρα αντικαταστάθηκε από τη βιολόλυρα, που παίζει με τη συνοδεία λαούτου, μαντόλας ή μαντολίνου. Σε πολλά κομμάτια το λαούτο κάνει ακομπανιαμέντο. Αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ κακόγουστος, για μένα. Τα Κρητικά κομμάτια, συρτά πεντοζάλης κ.λ.π., χάνουν αφάνταστα στο λαούτο. Τώρα η βιολόλυρα που επικρατεί στην περιοχή Ρεθύμνης και Ηρακλείου πάει να αντικατασταθεί από τα βιολιά που έχουν εισχωρήσει στην περιοχή Κίσσαμου. Εκεί άρχισε να εισχωρεί και το κλαρίνο. […]

Επίσης με γοργό ρυθμό χάνονται οι παλιοί χορευτικοί σκοποί και αρχίζουν να επικρατούν οι καινούργιοι που βγάζει ο Κουτσουρέλης –ένας παραφουσκωμένος από εγωισμό λαουτιέρης– και κάτι άλλοι παρόμοιοι. Παίρνουν μικροτράγουδα στερεοελλαδίτικα που τα κρητικοποιούν, τους κολλούν και ένα όνομα ενός χωριού και αυτά τα κυκλοφορούν.

Γι’ αυτό η γνώμη μου είναι ότι πρέπει πάση θυσία να μαγνητοφωνήσουμε τους 2-3 λυράρηδες που η ηλικία τους κυμαίνεται από 65-89 χρονών, προτού πεθάνουν. Φοβάμαι πως, αν θελήσουμε να πούμε ότι κάναμε την Κρήτη, δε θα μας φτάσει η μια αποστολή του Πάσχα, αλλά θα πρέπει να γίνει και δεύτερη σε πολύ σύντομο διάστημα, προτού πεθάνουν οι ήδη λιγοστοί γέροι.
Όσο για τη μαγνητοφώνηση των τραγουδιών, πιστεύω πως θα πρέπει να πάρουμε το ίδιο τραγούδι όχι μόνο από 2 ή 3 τραγουδιστές του ίδιου χωριού αλλά πολλών χωριών, για να μπορέσουμε να ξεκαθαρίσουμε ποιος ήχος είναι ο σωστός του ήχος. […]

Υ.Γ. Ξέχασα να σας γράψω ότι στη δουλειά μας θα μας βοηθήσει η αφάνταστη αγάπη και κατανόηση του πληθυσμού, αλλά θα μας δυσκολέψει ίσως ο εγωισμός μερικών ερασιτεχνών διανοουμένων ντόπιων, που κινούνται από έναν κενό τοπικιστικό δήθεν πατριωτισμό. Αυτά όμως θα τα πούμε προφορικά…»

Στη συνέχεια έχουμε την περιγραφή από τον ίδιο τον Baud-Bovy της έρευνας και των εντυπώσεών του από αυτή με αρκετά εντυπωσιακά σχόλια που επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε στην επιστολή της η Δ. Μαζαράκη. Το επόμενο κεφάλαιο περιέχει μια σειρά από κείμενα του ερευνητή με συμπεράσματα από τις έρευνες και τις καταγραφές που αφορούν τους σκοπούς της ρίμας και του Ερωτόκριτου, των κρητικών νανουρισμάτων, των κρητικών τραγουδιών του γάμου, των κρητικών μοιρολογιών, των μουσικών οργάνων που συνάντησε (και ειδικότερα της λύρας, που, όπως επισημαίνει, επέζησε της επέλασης του βιολιού στον ελλαδικό χώρο), αλλά και συγκεκριμένα κείμενα για χορούς, όπως το Χανιώτικο συρτό και τη διαφοροποίηση του από τους υπόλοιπους νησιώτικους συρτούς, τον (ρεθυμνιώτικης καταγωγής, όπως αναφέρει) Πεντοζάλη, τον Πηδηχτό χορό και τις παραλλαγές του (Καστρινό, Λασιθιώτικο, Μεσαρίτικο κ.λ.π.) και το ρυθμό ορισμένων κρητικών τραγουδιών, με κείμενα που γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Τέλος το βιβλίο κλείνει με μια παράθεση της βιβλιογραφίας που χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα.

Στο δεύτερο βιβλίο περιλαμβάνονται οι παρτιτούρες και οι στίχοι των καταγραφών που περιέχονται στους δίσκους ψηφιακούς δίσκους (cds) που συνοδεύουν την έκδοση σε επιμέλεια του διευθυντή του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Μάρκου Φ. Δραγούμη και του Θανάση Μωραΐτη. Εδώ να σημειώσουμε ότι μας χαροποίησε ιδιαίτερα ότι μία από τις πηγές που βοήθησε τους επιμελητές της έκδοσης στην απόδοση κάποιων λέξεων που χρησιμοποίησαν οι τραγουδιστές ήταν το Κτηνοτροφικό Λεξικό (α΄ έκδοση του Συλλόγου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Ρεθύμνου το 1998, με επιμέλεια των τελευταίων μαθητών του δημοτικού σχολείου του χωριού και του δασκάλου τους Γεωργίου Πολάκη) που περιέχεται στο βιβλίο «Το χωριό μας» του Πολιτιστικού Συλλόγου Χαρκίων, εκδ. 2004, στου οποίου την έκδοση ως μέλος του συλλόγου συνέβαλε και ο γράφοντας.

Εντυπωσιακές τουλάχιστον θα χαρακτηρίζαμε τις φωτογραφίες που συνοδεύουν την έκδοση. Φωτογραφίες ιδιαίτερα «δυνατές» μιας Κρήτης, που ήδη από τη δεκαετία του 1950 έδειχνε αργά αλλά σταθερά να «δύει». Οι περισσότερες από αυτές φαίνεται να είναι του Manuel Baud-Bovy, γιου του Samuel, που συνόδευε τον πατέρα του στην έρευνά του.

Θα κλείσουμε την αναφορά μας στο έργο αυτό με δυο λόγια του Λάμπρου Λιάβα που το επιμελείται:«Το έργο του Samuel Baud-Bovy είναι πρότυπο και πρωτοπόρο όχι μόνο στον τομέα της έρευνας, ανάλυσης και θεωρίας της ελληνικής μουσικής αλλά και γενικότερα στο χώρο της εθνομουσικολογικής επιστήμης. Ελπίζουμε ότι οι προσπάθειες για μια συστηματική δημοσίευση και ανάδειξη του, που έχουν αρχίσει τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γενεύη, καρπό των οποίων αποτελεί και η παρούσα έκδοση, θα συντελέσουν ώστε να το καταστήσουν προσιτό στην επιστημονική κι εκπαιδευτική κοινότητα καθώς και στο πλατύτερο μουσικόφιλο κοινό».

Και ήδη άργησε (η καταγραφή και ανάδειξη του) θα συμπλήρωνα εγώ…

του Κώστα Βασιλάκη

Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης)

Ο Αντώνης Ξυλούρης ή Ψαραντώνης, γεννήθηκε στα Ανώγεια Ρεθύμνου το 1942 από μια οικογένεια με μεγάλη παράδοση στη μουσική. Αδερφός ήταν ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης, ενώ ο αδερφός του Γιάννης είναι ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους μουσικούς στην Κρήτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης)»

H Σπιναλόγκα, ο Werner Herzog και ο …Καρεκλάς!

Ο Βέρνερ Χέρτζογκ (Werner Herzog), του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Βέρνερ Χ. Στίπετιτς, γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1942 στο Μόναχο. Μεγάλωσε σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό της Βαυαρίας, όπου δεν υπήρχε ούτε τηλέφωνο, ούτε κινηματογράφος ούτε τηλεόραση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «H Σπιναλόγκα, ο Werner Herzog και ο …Καρεκλάς!»

Μανώλης Σταγάκης

Ο περίφημος οργανοποιός και λυράρης Μανώλης Σταγάκης γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1913 στην Αρκούδαινα (Αρχοντική) Ρεθύμνου. Γιος του Διονύση και της Μαρίας , είχε άλλα δέκα αδέλφια. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο και μετά ασχολήθηκε με τη γεωργία. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη μουσική μαθαίνοντας λύρα. Ως πρότυπο είχε το συγχωριανό του λυράρη Τζιρογιώργη (Γιώργη Τζιράκη) και τον Φύσα (Μανώλη Φυσάκη) από την γειτονική Επισκοπή.

Επαγγελματικά ξεκίνησε στα δεκαεπτά του σε γαμήλιο γλέντι, συντροφιά με τον θρυλικό λαγουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλλο. Το ρεπερτόριο τους περιελάμβανε κυρίως χανιώτικα συρτά (τα οποία ήταν αρκετά διαδεδομένα στο δυτικό Ρέθεμνος), αλλά και σούστες, πεντοζάλια, κ.λ.π. Πέρα από το νομό Ρεθύμνου, έπαιξαν στα Σφακιά, στην Κίσσαμο αλλά και στην επαρχία Σελίνου Χανίων. Ήταν πολύ δεμένοι μάλιστα κατά δήλωση του ίδιου του Σταγάκη, ο θάνατος του Ψύλλου το 1941 τον συγκλόνισε τόσο, που όταν τέλειωσε η τραγωδία της Κατοχής και της εθνικής αντίστασης, έπαψε ν’ ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και επιδόθηκε αποκλειστικά στην οργανοποιία, στην οποία και έγραψε τελικά την ιστορία του.Έτσι, ερχόμενος στην πόλη (Ρέθυμνο) γύρω στο 1945, ανοίγει το πρώτο οργανοποιείο στην οδό Δημακοπούλου δίπλα στην «Μεγάλη Πόρτα» που λειτούργησε μέχρι το 1995.

Ήταν από τους πιο ονομαστούς οργανοποιούς στην Κρήτη για πάνω από 50 χρόνια. Μαζί με τον Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά (ανηψιό του γνωστού λυράρη Αντ. Παπαδάκη ή Καρεκλά, ο οποίος σκοτώθηκε στο αλβανικό μέτωπο) θεωρούνται οι αναμορφωτές της κρητικής λύρας και οι υπεύθυνοι για τη σύγχρονη μορφή της (δουλεύοντας όμως ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο). «Έδωσαν» αρκετά χαρακτηριστικά του βιολιού και του μαντολίνου (στριφτάλια, γλώσσα, σχήμα, κ.α.) δίνοντας της έτσι μεγαλύτερες μουσικές δυνατότητες.Για την κατασκευή του οργάνου χρησιμοποιούσε ξύλο καρυδιάς, μουρνιάς, αυστριακό κελεμπέκι, ασφένδαμο αλλά και κατράνι (ξύλο που προέρχεται από δοκάρια παλαιών κτισμάτων) που σήμερα είναι δυσεύρετα και πανάκριβα. Το κατράνι χρησιμοποιείται για το καπάκι (εμπρόσθιο μέρος) της λύρας και είναι αυτό που επηρεάζει άμεσα τον ήχο του οργάνου.

Στην μετέπειτα πορεία του οργανοποιείου, την δεκαετία του 1970 παίρνει την σκυτάλη ο γιος του Μιχάλης και δουλεύουν παράλληλα. Δυστυχώς το 1995 διεκόπη η συνεχής παραγωγή των μουσικών οργάνων των Σταγάκηδων λόγω του ξαφνικού θανάτου του Μιχάλη. Για σύντομο μόνο χρονικό διάστημα και τούτο διότι σήμερα ο γιος του Μιχάλη – Μανώλης (όπως και ο παππούς του) – είναι ήδη ένας αξιόλογος οργανοποιός ο οποίος έχει μεταφέρει το εργαστήρι στην περιοχή Καστελλάκια του Ρεθύμνου.

Ο Μανώλης Σταγάκης μπορεί να σταμάτησε να παίζει λύρα επαγγελματικά, αλλά δισκογραφικά είχε παρουσία με δίσκους 45″, ενώ κυκλοφόρησε και δίσκο 33″ με τίτλο «Τα χρόνια ασπρίζουν τα μαλλιά»(Arkadi 101).
Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι λυράρηδες της Κρήτης, όπως ο Σκορδαλός, ο Μουντάκης, ο Κλάδος, ο Νίκος ο Ξυλούρης, κ.α., επέλεξαν τα όργανα που κατασκεύαζαν οι Σταγάκηδες. Οι λύρες τους, ακόμα και σήμερα θεωρούνται μεγάλης αξίας και είναι οι πιο ονομαστές στην Κρήτη. O Γεράσιμος Σταματογιαννάκης είπε: «…ο Σταγάκης μας έσαξενε λύρες κι επαίζαμενε κι άκουες μουσική!»

Ο αγαπητός σε όλους του Ρεθυμνιώτες μπάρμπα-Μανώλης «έφυγε» το απόγευμα της 26ης Απριλίου του 2006 σε ηλικία 92 ετών…